Αντίστροφη μέτρηση για την 7η Ιουλίου: Τα σενάρια της αυτοδυναμίας με αριθμούς, τι προβλέπει ο εκλογικός νόμος

186

Δώδεκα ημέρες πριν τις κρίσιμες κάλπες της 7ης Ιουλίου, με την πρωτιά ουσιαστικά να έχει κριθεί, με βάση και τα στοιχεία από όλες τις δημοσκοπήσεις, ως μόνο διακύβευμα φαντάζει η υπόθεση αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία.

Μάλιστα, μετά τις ευρωεκλογές, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεώρησαν δεδομένο ότι στην εθνική αναμέτρηση η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει την αυτοδυναμία στο ελληνικό κοινοβούλιο.

Η εντυπωσιακή διαφορά των 9,3 μονάδων προβαλλόμενη πάνω στην αναμενόμενη αυξημένη συσπείρωση των κομμάτων στις εκλογές σε αυτό παρέπεμπε. Παρ' όλα αυτά, ακόμα και με αυτή διαφορά και με βάση τα αποτελέσματα η ΝΔ θα είχε λάβει τον αριθμό των 155 εδρών.

Κι αυτό, γιατί ο εκλογικός νόμος είναι τέτοιος που κάνει τα πράγματα κάπως πιο περίπλοκα στις ιδιαίτερες συνθήκες που έχουν οι εθνικές εκλογές.

Ως γνωστόν ο ισχύων εκλογικός νόμος («Νόμος Παυλόπουλου») στηρίζεται σε μια απλή αρχή: 250 έδρες μοιράζονται αναλογικά και οι 50 έδρες δίνονται ως «μπόνους» στο πρώτο κόμμα.

Σε αυτό το σύστημα η αυτοδυναμία είναι συνάρτηση δύο παραμέτρων: του ποσοστού του πρώτου κόμματος και του ποσοστού των κομμάτων που μπαίνουν ή δεν μπαίνουν στη Βουλή.

Τυπικά, εάν υποθέσουμε ότι όλες οι ψήφοι πήγαιναν σε κόμματα που θα μπουν στην Βουλή, οι 151 έδρες εξασφαλίζονται εάν το πρώτο κόμμα λάβει 40,4%.

Όμως, η εμπειρία δείχνει ότι ένα ποσοστό του εκλογικού σώματος επιλέγει κόμματα που δεν κατορθώνουν να περάσουν το όριο του 3%. Το πόσο μεγάλο θα είναι αυτό το ποσοστό διαμορφώνει διαφορετικά κατώφλια αυτοδυναμίας.

Για να το πούμε με έναν απλό κανόνα: για κάθε 1% του εκλογικού σώματος που θα πάει σε κόμματα που θα μείνουν εκτός κοινοβουλίου, μειώνεται κατά 0,4% το αναγκαίο ποσοστό που πρέπει να έχει το πρώτο κόμμα για να μπορέσει να έχει αυτοδυναμία.

Για παράδειγμα εάν το ποσοστό των κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής φτάσει το 10% τότε το κατώφλι αυτοδυναμίας υποχωρεί στο 36,4%, Εάν φτάσει το 15% τότε πέφτει ακόμη πιο χαμηλά στο 34,4%. Εάν πάλι περιοριστεί το 5% τότε η αυτοδυναμία είναι στο 38,4%.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι επομένως πόσα κόμματα θα μπουν στη Βουλή. Αυτή τη στιγμή οι δημοσκοπήσεις παρουσιάζουν το ΜέΡΑ 25 να έχει ισχυρή πιθανότητα να μπει στη Βουλή και αρκετά πιθανό να έχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου. Μια επτακομματική Βουλή αντικειμενικά σημαίνει ότι το ποσοστό της αυτοδυναμίας ανεβαίνει αρκετά, σε σύγκριση με μια εξακομματική ή πεντακομματική Βουλή.

Όλα αυτά θα επικαθοριστούν και από ποιο θα είναι το εκλογικό σώμα που όντως θα πάει στην κάλπη και εάν ψηφοφόροι που θα μπορούσαν να προσελκυστούν από κάποια από τα μικρότερα κόμματα θα προσέλθουν στις κάλπη ή θα προτιμήσουν την αποχή.

Αντίστοιχα αυτό εξηγεί και τη μεγάλη προσπάθεια που καταβάλει η Νέα Δημοκρατία να πείσει τους ψηφοφόρους της να προσέλθουν στην κάλπη και να μην επαναπαυθούν στην «παράσταση νίκης» που υπάρχει.

Αυξημένη προσέλευση ψηφοφόρων της ΝΔ αφενός αυξάνει το ποσοστό του κόμματος, αφετέρου αυξάνοντας τη συμμετοχή μειώνει και το περιθώριο των μικρότερων κομμάτων να περάσουν το κατώφλι του 3%.

Εάν το αποτέλεσμα των εκλογών οδηγήσει σε αυτοδυναμία της ΝΔ, τότε τα πράγματα είναι απλά: συγκροτεί κυβέρνηση, παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης και αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Ολοκληρώνει την αναθεώρηση του Συντάγματος, αποσυνδέει την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τις εκλογές, άρα αποφεύγει και αυτό τον σκόπελο στις αρχές του 2020 και εφαρμόζει το πρόγραμμά της.

Εάν δεν υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση, τότε έχουμε τη διαδικασία των εντολών που δίνει ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Πρώτη στη ΝΔ, μετά στον ΣΥΡΙΖΑ και μετά στο τρίτο κόμμα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια πολιτική επιλογή θα πάρει η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε περίπτωση που δεν υπάρχει αυτοδυναμία.

Ο ίδιος δήλωσε ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει αυτοδυναμία, τότε θα «πάμε σε εκλογές το Δεκαπενταύγουστο». Όμως, θα μπορούσε κανείς βάσιμα να υποστηρίξει ότι αυτό είχε και περισσότερο την έννοια μιας πολιτικής πίεσης προς το εκλογικό ακροατήριο της ΝΔ αλλά και ευρύτερα να στηρίξει την αυτοδυναμία της ΝΔ ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος νέων πολιτικών περιπετειών.

Βέβαια, με βάση τον ισχύοντα εκλογικό νόμο εάν πάμε σε νέες εκλογές αυτές θα γίνουν με το σύστημα της απλής αναλογικής. Για την ακρίβεια θα έχουμε το όριο του 3% αλλά δεν θα έχουμε το «μπόνους» των 50 εδρών. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη συσπείρωση γύρω από τη Νέα Δημοκρατία η αυτοδυναμία θα απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο, αφού το ποσοστό αυτοδυναμίας σε αυτή την περίπτωση είναι πάρα πολύ υψηλό.

Αυτό αντικειμενικά δημιουργεί ένα περιθώριο για κυβέρνηση συνεργασίας παρότι είναι σαφές ότι η επιθυμία της ΝΔ θα ήταν να μπορούσε σε δεύτερη εκλογική μάχη να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία.