Για μια μεταρρυθμιστική κοινωνία

252

Καμμιά αλλαγή σε βάθος δεν θα γίνει στη χώρα, αν η κοινωνία δεν συνειδητοποιήσει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, την ανάγκη των μεταρρυθμίσεων.

«Καμμιά μεταρρύθμιση δεν μπορεί να προχωρήσει σε μια χώρα αν προηγουμένως δεν καλλιεργηθει το έδαφος για την αναγκαιότητα της πραγματοποίησής της. Υπό αυτή την έννοια, η νέα ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να ρίξει βάρος στον επικοινωνιακό τομέα και να προβάλλει ποιοι κλάδοι της οικονομίας και του κοινωνικού γιγνεσθαι δεν μπορούν να παραμένουν εσαεί ως έχουν …».

Του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου

Αυτά μας είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση μας η υπεύθυνη του Σουηδικού Ινστιτούτου TIMBRO, το οποίο από το 1978 που ιδρύθηκε προωθεί στη χώρα εννοιες όπως η οικονομία της αγοράς και οι συναφείς με αυτήν μεταρρυθμίσεις

Επισης, το Σουηδικό Ινστιτούτο, με βαση τα εκλογικά αποτελέσματα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες,από το 2016,άρχισε να εκπονεί και να δημοσιεύει τον Δείκτη Αυταρχικού Λαϊκισμού,ο οποίος αποτυπώνει την πορεία σε πολιτικο επίπεδο των αντι φιλελεύθερων και αυταρχικών κομμάτων στην Ευρώπη.

Ας σημειωθεί δε ότι στην τελευταία έκδοση του Δείκτη,το 2018,η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Ελλάδα κατέχουν τις πρώτες θέσεις στη σχετική κατάταξη.Επιβεβαιονοταν ετσι ο κλειστός χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας,μέσα στην οποιαν οι συντεχνίες,τα διαπλεκόμεναεπιχειρηματικά συμφέροντα και η γραφειοκρατία, παίζουν πρωτο ρόλο.

Ειναι δε οι εν δυνάμει εχθροί των μεταρρυθμίσεων,καθ´οσον αυτές αποσκοπούν στην απελευθέρωση της οικονομίας και του κοινωνικού ιστού,από λειτουργίες και θεσμούς που στην ουσία εντείνουν οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Με αυτές τις τελευταίες, να έχουν συγκεκριμένη αφετηρία,που πολλά χρόνια πίσω.

Δυστυχώς, στην Ελλάδα της κρίσης, τα «τζάκια της παρακμής» έχουν το πάνω χέρι και σε όλα τα επίπεδα πραγματοποιούν πραγματικές πνευματικές και ιδεολογικές καταστροφές.

Ακόμα χειρότερα δε, θέλουν τη δημιουργία μας «απαθούς κοινωνίας», η οποία δεν θα έχει καμμιάν απολύτως πνευματική ανησυχία και ελάχιστα θα ενδιαφέρεται για τα όσα συμβαίνουν  περα από τον μικρόκοσμο της.

Παράλληλα όμως παρατηρείται μέσα από την απάθεια και μια καταπτωση των αξιών, η οποία όμως λέει και ο Στέλιος Ράμφος, «ανοίγει την συνειδηση στην ευτέλεια, η  ευτέλεια στην αχρειότητα, ενώ η αχρειότητα την  εξοικειώνει με κάθε είδους βρωμισιά». Μέσα σ' αυτό το κλίμα, δεν προκαλεί καμμιάν απολύτως έκπληξη ότι οι φορείς  της παρακμής σε όλα τα επίπεδα, ήδη απειλούν και ετοιμάζονται για δράσεις.

Οι δυνάμεις αυτές δεν θέλουν η κοινωνία να βγει από την απάθειά της .Ευλογως δε.Είναι γνωστό ότι η απαθής κοινωνία εξοικειώνεται με το χειρότερο και το δέχεται ως φυσιολογικό. Παράλληλα έχει διαπιστωθεί ότι η  ηθική. και θεσμική ευτέλεια οδηγεί σε άμβλυνση κριτηρίων, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση για το τι είναι αυτό που συνιστά κοινώς αποδεκτή αξία.

Συμβαίνει  όμως για τα «τζάκια της παρακμής.», ο ευτελισμός της ηθικής σε μια κοινωνία να της αφαιρεί «οικονομικό δυναμισμό». Και αυτό είναι ένα εξόχως σοβαρό πρόβλημα. Διότι ο οικονομικός δυναμισμός είναι αυτός που επιτρέπει στις κοινωνίες να καινοτομούν και κυρίως να δημιουργούν θεσμούς ευνοϊκούς στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

Αν δε ο κοινωνικός εκσυγχρονισμος χαρακτηρίζεται από νεωτερικότητα, επιτρέπει, κατά τον Τζων Ρωλς, την οικοδόμηση μιας εξίσου προηγμενης οικονομίας και μπορεί να προσφέρει αμοιβαία οφέλη στους πολίτες της.

Επομένως, λέει ο νομπελίστας - οικονομολόγος Έντμουντ Φελπς, «...όπως μια ζωή που επιδιώκει το ύψιστο αγαθό, ή όφελος, ονομάζεται από τον Αριστοτέλη η "καλή ζωή", μια οικονομία που δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να επιδιώξουν αμοιβαία το ύψιστο αγαθό μπορεί να ονομαστεί καλή οικονομία. Μια οικονομία είναι καλή μόνο αν επιτρέπει και προωθεί την καλή ζωή». Αυτή η τελευταία έτσι, θα έπρεπε να αποτελεί κορυφαίο μεταρρυθμιστικό ζητούμενο, το οποίο όμως θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ως τέτοιο και από το λαό μας.

Ας το σκεφτούν κάποιοι επαΐοντες, όσο δεν είναι ακόμη αργά.Οι πολιτικές προϋποθέσεις για σοβαρές μεταρρυθμίσεις στη χωρα υπάρχουν.

Απομενει συνεπως να δούμε ποιο είναι και το αντίστοιχο μέγεθος της πολιτικής βούλησης, ώστε η χώρα στην πορεία της στον 21ο αιώνα να μπορέσει να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο.