Guardian: «Η Ελλάδα κερδίζει τη μάχη με τον κορωνοϊό - Πώς τα κατάφερε»

334
Guardian: «Η Ελλάδα κερδίζει τη μάχη με τον κορωνοϊό»

Με ένα εγκωμιαστικό άρθρο η βρετανική εφημερίδα Guardian αναφέρεται στη η μέχρι στιγμής επιτυχία της Ελλάδας στη μάχη με τον κορωνοϊό.

Η ανταποκρίτρια του Guardian στην Αθήνα, Έλενα Σμιθ, στο ρεπορτάζ της με τίτλο «Πώς η Ελλάδα κερδίζει τη μάχη του κορωνοϊού παρά τη δεκαετία του χρέους» περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο, όπως γράφει χαρακτηριστικά, «τα νοσοκομεία της χώρας, σήκωσαν το βάρος των περικοπών, όμως οι προσπάθειές τους να περιορίσουν τον Covid-19 φαίνεται ότι αποδίδουν».

Η Βρετανίδα δημοσιογράφος ξεκινά το άρθρο της με το καθημερινό ραντεβού των Ελλήνων στις 6 το απόγευμα με τον Σωτήρη Τσιόδρα «τον ήρεμο, με σπουδές στο Harvard καθηγητή επιδημιολογία» και τον ο υφυπουργό Πολιτικής Προστασίας, Νίκο Χαρδαλιά και το μήνυμά του ότι οι Έλληνες «πρέπει να μείνουν στο σπίτι».

«Ο φιλομαθής καθηγητής και ο ξεκάθαρος πρώην δήμαρχος έχουν γίνει τα πρόσωπα της προσπάθειας της Κυβέρνησης να περιορίσει την εξάπλωση του Covid-19 και οι προσπάθειές τους φαίνεται ότι αποδίδουν.

Σε έναν πληθυσμό 11 εκατομμυρίων, την Δευτέρα ανακοινώθηκαν 2.145 επιβεβαιωμένα κρούσματα και 99 θάνατοι (σ.σ. πλέον 101)- πολλοί λιγότεροι από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Η Ιταλία έως σήμερα έχει καταγράψει 20.465 θανάτους. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η Ελλάδα περνάει την κρίση πολύ καλύτερα από το αναμενόμενο», αναφέρει το δημοσίευμα.

Η Έλενα Σμιθ υπενθυμίζει ότι «ο Σωτήρης Τσιόδρας πρόσφατα επέτρεψε στον εαυτό του να μιλήσει για την “επιπέδωση” της καμπύλης», επισημαίνοντας την αγωνία των αρχών ότι «το Πάσχα θα αποτελέσει πρόσκληση, καθώς οι Έλληνες παραδοσιακά επισκέπτονται τα χωριά τους για να γιορτάσουν».

«Η ικανότητα της χώρας να ανταποκριθεί σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τέτοιων διαστάσεων, στη δημόσια υγεία, δεν ήταν δεδομένη. Μετά από σχεδόν μια δεκαετία, που βρέθηκε σε κρίση χρέους, κατά την οποία, η οικονομία έχει αναδιπλωθεί κατά 26%, το ελληνικό σύστημα υγείας δεν έχει ανακάμψει. Τα δημόσια νοσοκομεία σήκωσαν τις περικοπές, που ζήτησαν οι διεθνείς δανειστές έναντι των δανείων διάσωσης, ώστε να μπορέσει η χώρα να τα βγάλει πέρα στην Ευρωζώνη.

Με την έλευση της επιδημίας στην Ευρώπη, παραδέχονται οι αξιωματούχοι, 18 μήνες μετά την έξοδο της χώρας από την τρίτη διάσωση, η Ελλάδα διέθετε μόνο 560 κρεβάτια εντατικής θεραπείας. Αυτή ήταν η ωμή πραγματικότητα, που δεν επέτρεπε στρατηγικές μετριασμού, ή επίτευξης “ανοσίας της αγέλης”» προστίθεται στο άρθρο.

«Αυτό που όλο και περισσότερο θεωρείται, ακόμη και από τους πολιτικούς αντιπάλους, ως παραδειγματική διαχείριση κρίσης, αποδίδεται στην προτεραιοποίηση της επιστήμης έναντι της πολιτικής, αλλά και σε μια διοικητική (managerial) προσέγγιση, που εστίασε σε αυτό που ο 51χρονος πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, περιέγραψε ως “κρατική ευαισθησία, συντονισμός, αποφασιστικότητα και ταχύτητα"», προστίθεται στο άρθρο.

Στον Guardian μιλά και ο οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού, Αλέξης Πατέλης, ο οποίος αναφέρει ότι «υπάρχουν προβλήματα που μπορούμε να λύσουμε με την επικοινωνία και άλλα που απαιτούν αλήθεια και διαφάνεια. Ήταν πολύ ξεκάθαρο ότι χρειαζόμασταν ειδικούς και ότι έπρεπε να τους ακούσουμε. Τούτου λεχθέντος, οι Έλληνες έχουν περάσει από κρίση και ξέρουν τι σημαίνει. Πιστεύω ότι αυτό επίσης τους οδήγησε στο να προσαρμοστούν και να είναι στωικοί».

Η ανταποκρίτρια της βρετανικής εφημερίδας υπογραμμίζει ότι «από την αρχή, η 25μελής επιτροπή πίεσε για την επιλογή του lockdown, μια επιλογή που προκαλεί κοινωνική αναστάτωση για μια χώρα που μόλις άρχισε να δείχνει σημάδια οικονομικής ανάκαμψης. Στα τέλη Φεβρουαρίου, πριν καταγραφεί ο πρώτος θάνατος, η Ελλάδα αποφάσισε την ακύρωση των καρναβαλιών. Στις 10 Μαρτίου, αρκετές εβδομάδες πριν από την υπόλοιπη Ευρώπη, έκλεισαν τα σχολεία. Σε λίγες μέρες ακολούθησαν τα bar, οι καφετέριες, τα εστιατόρια, τα νυχτερινά κέντρα, τα γυμναστήρια, τα εμπορικά κέντρα, οι κινηματογράφοι, τα εμπορικά καταστήματα, τα μουσεία και οι αρχαιολογικοί χώροι».

«Η πανδημία όμως λειτούργησε και ως καταλύτης για μια διοίκηση που εξελέγη με μεταρρυθμιστική ατζέντα. Καθώς η χώρα μπήκε σε καραντίνα, η κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε την κρίση για να προχωρήσει τις εδώ και καιρό αναμενόμενες ψηφιακές μεταρρυθμίσεις, που θα προστάτευαν την υγεία των πολιτών και θα έφερναν και τον εκσυγχρονισμό του κράτους» σημειώνεται, ακόμα στο άρθρο, στο οποίο φιλοξενείται και δήλωση του υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης Κυριάκου Πιερρακάκη, ο οποίος τονίζει ότι«όταν ξέσπασε η πανδημία, η ανάγκη απλοποίησης των διαδικασιών της κυβέρνησης έγινε υπέρτατη.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που κάναμε για να περιορίσουμε τα κίνητρα των ανθρώπων για να βγουν από τα σπίτια τους, ήταν το να καταστήσουμε δυνατό να λαμβάνουν τις ιατρικές συνταγές, στο τηλέφωνό τους. Αυτό από μόνο του απέτρεψε 25.000 πολίτες, από το να επισκέπτονται τον γιατρό τους, σε διάστημα 20 ημερών. Βοήθησε δραματικά στο να μειωθεί ο αριθμός των ανθρώπων που έβγαιναν από το σπίτι».

«Αλλάζοντας τη φύση της διάδρασης μεταξύ πολιτών και κράτους, ελπίζουμε ότι θα κερδίσουμε τη δημόσια εμπιστοσύνη στους θεσμούς», προσθέτει ο Κυριάκος Πιερρακάκης.

«Στο μεταξύ η Ελλάδα κατόρθωσε σχεδόν να διπλασιάσει τα κρεβάτια εντατικής θεραπείας που διέθετε. Οι γιατροί όμως σημειώνουν ότι τα τεστ, που αυτή τη στιγμή γίνονται μόνο σε νοσοκομεία, πρέπει να επεκταθούν, ώστε να επικρατήσει εμπιστοσύνη. Με δύο δομές προσφύγων σε καραντίνα, αυξάνεται η ανησυχία για τα κέντρα που έχουν χαρακτηριστεί ως “ωρολογιακές υγειονομικές βόμβες” από την κυβέρνηση. Το κόστος για μια οικονομία τόσο εξαρτώμενη από τον τουρισμό, είναι ήδη υψηλό -και αυτό πριν από την έκτακτη χρηματοδότηση ύψους 14,5 δισεκατομμύρια ευρώ ως κρατικά επιδόματα και απαλλαγές φόρων», συμπληρώνει η Βρετανίδα δημοσιογράφος.

«Αν τα καταφέρουμε με αυτό, αν δείξουμε ότι είμαστε ικανοί και ότι μπορούμε να πετύχουμε αποτελέσματα, θα έλθουν και τα υπόλοιπα», δηλώνει ο Αλέξης Πατέλης συμπληρώνοντας ότι στόχος της Αθήνας ήταν να ξανακερδίσει την αξιοπιστία που έχασε στα χρόνια της κρίσης.

«Όσο γρηγορότερα αντιμετωπίσεις μια υγειονομική κρίση, τόσο μεγαλύτερες είναι οι βραχυπρόθεσμες οικονομικές συνέπειες, αλλά μετά, τόσο μεγαλύτερα θα είναι τα μακροπρόθεσμα οφέλη», προσθέτει ο σύμβουλος του πρωθυπουργού.