Η λογική του... «χίλιοι καλοί χωράνε» στα Πανεπιστήμια

305

Για ακόμη μία χρονιά οι μαθητές της Γ΄ Λυκείου δίνουν τη δική τους μάχη μια θέση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Για πολλούς η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο αποτελεί την ανταμοιβή προσπαθειών, το εισιτήριο που εξασφαλίζει δυνητικά το μέλλον των παιδιών. Είναι όμως έτσι;

Της Μαρίας Γ. Παναγιωτοπούλου*

Για κάποιους, ίσως, ναι. Πάντα υπήρχαν οι μαθητές που εισάγονταν στις περιζήτητες Σχολές ή σε κάποια λιγότερο επιθυμητή. Δυστυχώς, πάντα υπήρχαν και οι μαθητές, που εισάγονταν σε Τμήματα με πολύ χαμηλή βαθμολογία. Οι περισσότεροι εγγράφονταν σε αυτά χωρίς να φοιτήσουν ποτέ ή τα εγκατέλειπαν στην πορεία αδυνατώντας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των Προγραμμάτων Σπουδών.

Με γνώμονα την πραγματικότητα αυτή έχουμε φέτος την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ). Κριτήριο βαρύνουσας σημασίας, που απουσίαζε επιδεικτικά από το σύστημα εισαγωγής, φέρνοντας σε αμηχανία όσους έβλεπαν εισακτέους ακόμα και με 0.625 μονάδες! Η καθιέρωση της ΕΒΕ αφορά αφενός τον Έλληνα φορολογούμενο, που χρηματοδοτεί την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και αφετέρου τη διασφάλιση του κύρους της.

Οφείλουμε, ωστόσο, να μπούμε ενδότερα, στην ουσία αυτού του μέτρου. Μία ουσία που βρίσκει υποστηρικτές και πολέμιους, ερχόμενη σε ρήξη με την λογική του… «χίλιοι καλοί χωράνε» στα Πανεπιστήμια. Χωράνε με λευκή κόλλα, με βαθμούς όπως 1, 2, 3 κ.ο.κ. Μία θεώρηση που θρέφεται από τη λαϊκιστική ρητορική μειοψηφιών, που αντιλαμβάνονται το Πανεπιστήμιο άλλοτε ως κέντρο ανομίας και άλλοτε ως κύριο και αποκλειστικό μέσο περιφερειακής ανάπτυξης. Η ρητορική αυτή μεταφράζει κάθε μεταρρύθμιση για την αναβάθμιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου, ως προάγγελο «αποκλεισμών» ή «προώθησης κολεγίων».

Είναι ξεκάθαρο, ωστόσο, πως το Δημόσιο Πανεπιστήμιο ωφελείται, αφού η ΕΒΕ διασφαλίζει το επίπεδο του φοιτητικού πληθυσμού θωρακίζοντας το δικό του κύρος. Ας μη λησμονούμε, επίσης, ότι Πανεπιστήμια εξωτερικού ιδιωτικά ή δημόσια υπήρχαν πάντα ως εναλλακτική για όσους δεν εισάγονταν σε επιθυμητό Τμήμα. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι αντί για σπουδές στην Ελλάδα, οι οικογένειες χρηματοδοτούσαν μία άλλη χώρα.

Στον αντίποδα της κριτικής της ΕΒΕ, της υποκριτικά επικαλούμενης κοινωνικής ευαισθησίας και των υποτιθέμενων «αποκλεισμών» γεννούνται και πολλά ερωτήματα, που κάποια στιγμή πρέπει να μας αγγίξουν συνολικά ως κοινωνία. Ποια είναι η πραγματικότητα που παγίωσε η απουσία της ΕΒΕ τόσα χρόνια; Αναλογίζεται κανείς τον εμπαιγμό στις οικογένειες, που από το υστέρημά τους, έστελναν τα παιδιά τους για σπουδές που δεν μπορούσαν να ολοκληρώσουν; Λαμβάνει κανείς υπόψη τη ματαίωση των ίδιων των νέων αδυνατώντας να ανταποκριθούν; Σταθμίζει κανείς τα αδιέξοδά τους παραμένοντας ανειδίκευτοι στην αγορά εργασίας ως απόφοιτοι Λυκείου; Υπολογίζει κανείς το χαμένο ανθρώπινο δυναμικό;

Με μία πιο προσεκτική ματιά αντιλαμβάνεται κανείς ότι η ΕΒΕ συνεισφέρει ακριβώς στην αποφυγή αποκλεισμών. Εφαρμόζεται από κοινού με το διπλό μηχανογραφικό για την εισαγωγή σε δημόσια ΙΕΚ, παρέχοντας τη δυνατότητα στους νέους να αξιολογήσουν καλύτερα τις κλίσεις τους, να αποκτήσουν επαγγελματική ιδιότητα και απασχόληση σε ειδικότητες με απορρόφηση στην αγορά εργασίας.

Προς αυτήν την κατεύθυνση οφείλουν να στραφούν οι μεταρρυθμίσεις σε ΕΠ.ΑΛ, ΕΝ.Ε.Ε.ΓΥ.Λ και επαγγελματικές σχολές. Χρειαζόμαστε συνολική αναβάθμιση της παρεχόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με ειδικότητες και πτυχία που έχουν αντίκρισμα στην αγορά εργασίας λαμβάνοντας υπόψη ευρωπαϊκά παραδείγματα (βλ. Γερμανία, Ολλανδία). Σε χώρες με υποδειγματική επαγγελματική εκπαίδευση ο δείκτης ανεργίας είναι αξιοθαύμαστος και ο προσανατολισμός των νέων σε αυτή ξενικά νωρίτερα.

Ας αναλογιστούμε πού μας έχουν οδηγήσει οι αποφάσεις και οι μη αποφάσεις του παρελθόντος. Από τη μία πλευρά είχαμε νέους, εγγεγραμμένους σε Σχολές, που καταλήγουν ανειδίκευτο προσωπικό. Από την άλλη πλευρά έχουμε νέους επιστήμονες που φεύγουν για το εξωτερικό.

Δε χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις οικονομικών για να αντιληφθούμε πως οι φορολογούμενοι χρηματοδοτούν (μεταξύ άλλων) τις σπουδές είτε ανθρώπων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις είτε υπεράριθμων -σε κάποιες ειδικότητες- επιστημόνων, που εν τέλει χαρίζονται στην οικονομία ενός άλλου κράτους. Βεβαίως, οι Πανεπιστημιακές σπουδές δεν εξυπηρετούν μόνο την επαγγελματική αποκατάσταση και την άνοδο της οικονομίας. Δίνουν πολλά, ανεκτίμητα κοινωνικά οφέλη.

Απαιτείται, ωστόσο, εξορθολογισμός, επαγγελματικός προσανατολισμός, σύνδεση με την αγοράς εργασίας και σχέδιο. Η Πολιτεία οφείλει να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων με αποφασιστικότητα και μεταρρυθμίσεις, που λύνουν χρόνιες παθογένειες, δίνοντας διεξόδους, εναλλακτικές και προοπτικές στη νέα γενιά.

*Μαρία Γ. Παναγιωτοπούλου

Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, Med Ειδική Αγωγή

Πτυχιούχος ΠΤΔΕ Πατρών & Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής Παν/μίου Πελοποννήσου

Τομεάρχης Παιδείας ΟΝΝΕΔ