Κατάθεση ψηγμάτων ψυχής από τον Δημήτρη Στεργίου για τον Δημήτρη Σιούφα

16
Στιγμιότυπο από μια από τις πολλές φιλικές συναντήσεις-συζητήσεις με τον Δημήτρη Σιούφα (2002 στα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας στην οδό Ρηγίλλης, όταν ήταν γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας)

Δημήτρη Σιούφα ευσέβεια!

Ο εκλιπών, σπάνιος άνθρωπος, επιστήμων και πολιτικός, έβαζε πάντα πάνω στα υπουργικά και άλλα γραφεία του, μεταξύ άλλων, τις φωτογραφίες του ξερακιανού αγρότη πατέρα του και της ξερακιανής  αγρότισσας μητέρας του!

«Βερεσέδια» των ΔΕΚΟ και πρωτογενή πλεονάσματαΤου Δ. Στεργίου

Σκληρή είναι η μοίρα εκείνη που επιφυλάσσει σε επιζώντες να καταθέσουν από την  ψυχή τους μνήμες, εικόνες, δραστηριότητες, ψυχικές αρετές και ανθρώπινη μεγαλοσύνη πραγματικών και άξιων ειλικρινών φίλων, με τους οποίους άρχισε μια γνωριμία πριν από 55 – 56 χρόνια, η οποία εξελίχθηκε στη συνέχεια σε μια βαθύτατη αλληλοεκτίμηση, σε μιαν  αυθόρμητη  ταύτιση αρχών κα ιδεών και σε μιαν εκπληκτική σφυρηλάτηση  ιδανικών.

Αναφέρομαι στον Δημήτρη Σιούφα που «έφυγε» από τη ζωή υπερήφανος για τις ρίζες του, για την προσφορά του, για τις πολιτικές  παρακαταθήκες τους, για την ανθρωπιά του.

Μία φιλία, γνωριμία και συνεργασία μισού και πλέον αιώνα, από συμφοιτητές στο Πανεπιστήμιο έως  τις 10 Μαρτίου του 2004, όταν εκείνο το βράδυ,   με τίμησε (ήμουν ήδη συνταξιούχος δημοσιογράφος) να με  προσκαλέσει για βοήθεια, δηλαδή μετά την ανάληψη της θέσης του υπουργού Ανάπτυξης, και σε όλη την επόμενη περίοδο,  δεν μπορεί παρά να αφήσουν πολλά χαραγμένα στη μνήμη, στην ψυχή και την καρδιά.

Πανέξυπνος, αεικίνητος, δραστήριος, μεθοδικός, προσεκτικός, εργασιομανής, τελειομανής, πολυμαθής, άριστος γνώστης της ελληνικής, ήταν μερικά από τα χαρίσματα που σε γοήτευαν να συζητάς μαζί του πολλά επιστημονικά, οικονομικά, λαογραφικά και ιστορικά θέματα.

Η θητεία του (1962-1964) ως εργαζόμενου στο υπουργείο Εμπορίου και ως διευθυντή  Σπουδών σε φροντιστήριο ανώτατης εκπαίδευσης, όπου δίδαξε για τρία χρόνια Δημοσία Οικονομική και Διοικητικό Δίκαιο,  ως διοικητικού υπαλλήλου στην αρχή (1969) στην Εμπορική Τράπεζα και στη συνέχεια, έως το 1976, ως συμβούλου  για την οργάνωση της Τράπεζας  (Κέντρο Μηχανογραφικών Εφαρμογών), καθώς και ως  ενός εκ των εκδοτών (Μιλτιάδης Έβερτ, Χάρης Καρατζάς, Δημήτρης Βουδούρης, Δημήτρης Σιούφας)  του περιοδικού «Νέα Πολιτική» , τον είχε εμποτίσει με ένα έντονο δημοσιογραφικό πνεύμα σε  τέτοιο σημείο που όλα τα κείμενά του ήταν άψογα, επιστημονικά τεκμηριωμένα και, κυρίως, άρτια από την άποψη ενημέρωσης.

Παρόλα αυτά, ως τελειομανής, έδινε τα κείμενά του για ανάγνωση και σε δύο τρεις άλλους  πιστούς φίλους του, μεταξύ των οποίων και ο γράφων, για να γίνουν, όπως έλεγε, πιο άρτια ή … τέλεια!!!

Αυτή την τακτική, δηλαδή να χτενίζει με σχολαστικότητα τα κείμενά του και να «απαιτεί» και  από τους φίλους του να κάνουν το ίδιο, χρησιμοποιούσε και για τους άλλους που τού εμπιστεύονταν να «ρίξει μια ματιά» σε ανακοινώσεις και ομιλίες. Θυμάμαι με πόση προθυμία και ταχύτητα άρπαζε τα κείμενα και αφοσιωνόταν στην ανάγνωσή τους, τα οποία μερικές φορές γίνονταν αγνώριστα από τις … επεμβάσεις του!

Ύστερα,  όταν τον επισκεπτόμουνα στα γραφεία του, όπως εκείνο του γενικού διευθυντή του Ελληνικού Οργανισμού Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων Χειροτεχνίας (ΕΟΜΕΧ), το 1979 -1980, του υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το 1990-1992, του υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το 1993, του υπουργού Ανάπτυξης κλπ, παρατηρούσα ότι πάντοτε στην ίδια θέση (αριστερά του) είχε την εικόνα της Παναγίας και του Χριστού και τις φωτογραφίες του ξερακιανού (αδύνατου) αγρότη πατέρα του και της ξερακιανής (αγρότισσας) μητέρας του.

Η επιλογή του αυτή μού θύμισε την «Αινείου ευσέβεια» προς  τα ιερά και τα όσια κατά και λίγο μετά την άλωση της Τροίας! Κι όταν  τού μιλούσα για την περίπτωση αυτή, πάντα η παρατήρησή μου συνοδευόταν από  ένα  χαμόγελο υπερηφάνειας, σεβασμού και ευσέβειας!

Επίσης, συνήθιζε όλα τα αναμνηστικά δώρα που πρόσφεραν κυρίως  ξένοι ομόλογοί του κατά τις επισκέψεις τους στο υπουργείο Ανάπτυξης, για παράδειγμα, να τα παραθέτει σε ειδικές θέσεις πίσω από το γραφείο του, λέγοντας ότι αυτά ανήκουν στο υπουργείο, στην Ελλάδα!

Έτσι, όλοι οι χαρακτηρισμοί που ακούστηκαν στις δηλώσεις για τον θάνατό του από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο, τον πρώην πρωθυπουργό και φίλο του Κώστα Καραμανλή, τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκο Μητσοτάκη, τον πρ΄βην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, τον υπουργό Εσωτερικών και άλλους, όπως  ότι ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος,  ανιδιοτελής  και προστάτης του δημόσιου συμφέροντος, ότι είχε κερδίσει τον σεβασμό των συναγωνιστών και την εκτίμηση των πολιτικών του αντιπάλων, ότι υπήρξε  ένας σπουδαίος πολιτικός και ένας σπάνιος άνθρωπος που ξεχώρισε για το ήθος, την ευγένεια και την ποιότητά του, ότι άφησε  σημαντικό έργο σε όλα τα υπουργεία από τα οποία πέρασε και άσκησε υποδειγματικά τα καθήκοντά του ως Πρόεδρου της Βουλής, κερδίζοντας την εκτίμηση όλου του πολιτικού κόσμου, προσυπογράφονται και από τον γράφοντα, που τον γνώριζε 57 χρόνια!

Η γνωριμία

 Πριν από οκτώ περίπου χρόνια, η μοίρα μού επιφύλαξε  να κάνω κατάθεση ψυχής  για τον ειλικρινή φίλο και σπουδαίο άνθρωπο, επιστήμονα και πολιτικό  Μιλτιάδη Έβερτ, ο οποίος  έφυγε από τη ζωή στις 9 Φεβρουαρίου το 2011 και ήταν μεγαλύτερος από τον γράφοντα κατά τρία χρόνια.

Τώρα, έμεινα μόνος μου καθώς απεβίωσε και ο δεύτερος στην τριάδα φίλων, ο άνθρωπος, ο επιστήμων, ο πολιτικός Δημήτρης Σιούφας, με τον οποίο, από συμφοιτητές στο ίδιο Πανεπιστήμιο πριν από 56 χρόνια, η στενή  γνωριμία μας  συνεχίσθηκε αδιάλειπτα, αλλά κορυφώθηκε σε όλη τη μετέπειτα πορεία μας, εκείνου ως πολιτικού και του γράφοντος ως επαγγελματία δημοσιογράφου.

Αναφέρομαι στη φιλική αυτή τριάδα, διότι ο Δημήτρης Σιούφας ήταν στενός φίλος από φοιτητής με τον Μιλτιάδη Έβερτ από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, δηλαδή σε μια πολύ  ταραγμένη φοιτητική περίοδο. Ο Μιλτιάδης Έβερτ ήταν τότε φοιτητής της  Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ), σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ο Δημήτρης Σιούφας και ο γράφων συμφοιτητές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τότε, το 1963,  ο Μιλτιάδης Έβερτ  ήταν πρόεδρος  της  ΕΡΕΝ, της Νεολαίας  της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης  (της ΕΡΕ), της οποίας  ήταν μέλος από το 1957.

Ο Δημήτρης Σιούφας ήταν  μέλος της Νεολαίας της ΕΡΕ (ΕΡΕΝ) και  επικεφαλής της  στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο γράφων ήταν ένας φιλήσυχος φοιτητής, που προσπαθούσε να  διατηρήσει την υποτροφία που είχε πάρει κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο.

Τον θυμάμαι. Ήταν δραστήριος, κινητικότατος, προσηνής, αγωνιστής στο αμφιθέατρο, αλλά όχι  βίαιος και αντισυναδελφικός. Μία ημέρα, μετά από μια θορυβώδη και επεισοδιακή  συγκέντρωση  φοιτητικών παρατάξεων στο αμφιθέατρο, κάπως στενοχωρημένος και αγχωμένος κατευθύνθηκε στο Γραφείο του Συλλόγου των Φοιτητών, όπου και τον συνόδευσε και ο γράφων. Αρχίσαμε μια φιλική συζήτηση και, τελικά, καταλήξαμε στη διαπίστωση ότι εκείνος καταγόταν από ένα χωριό της Καρδίτσας από φτωχούς αγρότες γονείς και ο γράφων από ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, το ίδιο, δηλαδή από φτωχούς αγρότες γονείς.

Αν έψαχνε κανείς τις τσέπες μας τη στιγμή αυτή, είναι ζήτημα αν θα έβρισκε  ποσό χρημάτων  μεγαλύτερο από ένα αντίτιμο εισιτηρίου αστικών συγκοινωνιών! Από τότε γίναμε πραγματικοί φίλοι, με βοήθησε σημαντικά στην εξασφάλιση πανεπιστημιακών συγγραμμάτων (τότε δεν ήταν δωρεάν!) και μοιράζαμε τη μια τυρόπιτα, που λένε!

‘Όταν αποφοιτήσαμε από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Δημήτρης Σιούφας  συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ο γράφων στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη μας, καθώς ακολούθησε και η διετής στρατιωτική θητεία!

Στα μέσα του 1972, ως συντάκτης τότε του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» που κάλυπτα τραπεζικά και ασφαλιστικά θέματα, και των εφημερίδων «Βήμα» και «Νέα»,  πήγα για ρεπορτάζ στην  Εμπορική Τράπεζα του Ομίλου Ανδρεάδη, η οποία ήταν πρωτοπόρος στην εισαγωγή της πληροφορικής  στη διεκπεραίωση τραπεζικών εργασιών.

Τελικά, βρέθηκα στον όροφο του κτιρίου, όπου ήταν το Κέντρο Πληροφορικής της Τράπεζας και, συγκεκριμένα, στο Γραφείο του διευθυντού. Χτύπησα την πόρτα και βλέπω τον Δημήτρη Σιούφα να κάθεται σε ένα πολυτελές  γραφείο με λίγα χαρτιά και να μιλάει στο τηλέφωνο.

Μόλις με είδε σταμάτησε το τηλέφωνο λέγοντας στον συνομιλητή του ότι το κλείνει και ότι του επιφυλάσσει μιαν έκπληξη! Σηκώθηκε με χαρά, πήρε μια καρέκλα να καθίσω και αρχίσαμε τη συζήτηση. Χάρηκε ιδιαίτερα όταν τού είπα ότι είμαι δημοσιογράφος στο Συγκρότημα Λαμπράκη και ιδιαίτερα συντάκτης του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» και προθύμως με διαβεβαίωσε ότι θα με βοηθούσε με στοιχεία για το τραπεζικό ρεπορτάζ. Τότε, ο Δημήτρης Σιούφας  εργαζόταν  στην Εμπορική Τράπεζα ως διοικητικός υπάλληλος στην αρχή (1969) και ως σύμβουλος για την οργάνωση της τράπεζας, του Κέντρου Μηχανογραφικών Εφαρμογών της και της Διοίκησης Προσωπικού μέχρι το 1976.

Τότε, σηκώθηκε από το γραφείο, άνοιξε μια μεγάλη δίφυλλη πόρτα και  είδα τον Μιλτιάδη Έβερτ, ο οποίος με περίμενε!  Είπαμε για τα περασμένα και με χαρά με διαβεβαίωσε κι εκείνος ότι η βοήθεια και οι συζητήσεις δεν θα  περιορίζονταν  στο ρεπορτάζ  για την εισαγωγή της Πληροφορικής  στην τράπεζα , αλλά και σε άλλα τραπεζικά θέματα. Σημειώνεται ότι ο Μιλτιάδης Έβερτ  μετά την αποφοίτησή του από  την ΑΣΟΕΕ (σήμερα Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), ακολούθησε περαιτέρω σπουδές στην Πληροφορική.

Τότε, ο Στρατής Ανδρεάδης του είχε εμπιστευθεί τη θέση του διευθυντή -  προγραμματιστή των υπολογιστικών  συστημάτων στην Εμπορική Τράπεζα και του οικονομικού συμβούλου, ενώ  διετέλεσε  και οικονομικός και διοικητικός διευθυντής στα Ναυπηγεία Ελευσίνας. Η χαρά μου  από τη συνάντηση  με τους  παλιούς φίλους μου μετριάσθηκε, όταν ο Δημήτρης Σιούφας με συμβούλευσε να προσέχω όταν θα πηγαίνω στα γραφεία τους, διότι, όπως μού είπε, ο Μίλτος παρακολουθείται από τη χούντα και ότι έχει απαγορευθεί η έξοδός του από τη χώρα!

Την περίοδο εκείνη ο Μιλτιάδης Έβερτ ήταν και πρόεδρος του Συλλόγου Πτυχιούχων της ΑΣΟΕΕ και μού πρότεινε να εγκαινιάσουμε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο»  ένα δισέλιδο  κάθε μήνα με άρθρα διαπρεπών οικονομολόγων – μελών του Συλλόγου. Πράγματι, το δισέλιδο αυτό εγκαινιάσθηκε και με μεγάλη επιτυχία συνεχίσθηκε μέχρι την πτώση της χούντας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα μας.

Τότε, καθώς περνούσα μια μέρα από το Σύνταγμα, με είδε ο Μίλτος, που έπινε καφέ με  γνωστούς φίλους,  έσπευσε και μού είπε ότι κατά πάσα πιθανότητα θα είναι υποψήφιος βουλευτής  στην Α΄ με τη Νέα Δημοκρατία, την οποία ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος! 

Από τότε η πορεία του Μιλτιάδη Έβερτ ως βουλευτή, υφυπουργού, υπουργού, συγγραφέα και προέδρου της Νέας Δημοκρατίας είναι γνωστή, με άγνωστη ίσως τη λεπτομέρεια ότι «πρωτοπαλλίκαρό» του, κοντά του, ήταν πάντα ο Δημήτρης Σιούφας, ο οποίος από το 1975 μέχρι το 1982, ήταν και εκ των εκδοτών του περιοδικού «Νέα Πολιτική».

Επίσης, γνωστή είναι η πορεία και του Δημήτρη Σιούφα ως πιστού και πολύτιμου στην αρχή συνεργάτη του Μιλτιάδη Έβερτ, ως δικηγόρου, ως βουλευτή, ως υφυπουργού, ως υπουργού και ως προέδρου της Βουλής.

Κλείνω το σημείωμα αυτό – κατάθεση ψυχής με την επισήμανση ότι και οι δύο φίλοι μου, ο Μιλτιάδης Έβερτ και ο Δημήτρης Σιούφας, ουδέποτε μού ζήτησαν, κι όταν ακόμα ήμουν διευθυντής εφημερίδων, να τους «προβάλλω», ως υφυπουργούς ή υπουργούς,  με συνεντεύξεις ή παραπολιτικά σχόλια. Ποτέ!