Κοινωνική και πολιτική ρευστότητα

136
Ζήτημα εθνικής επιβίωσης

Η εμπειρική προσέγγιση και ανάλυση της πραγματικότητας, τόσο σε εθνικό και ευρωπαϊκό όσο και σε πλανητικό επίπεδο, δείχνει, ότι δομικό στοιχείο της δυναμικής, που αναπτύσσεται στις κοινωνίες και στο πολιτικό σύστημα, είναι η ρευστότητα.

Δηλαδή η μεγάλη ταχύτητα στις εξελίξεις έχει ως αποτέλεσμα την απουσία σταθερών σημείων αναφοράς για τους πολίτες και τα κόμματα σε σχέση με την κατεύθυνση της πορείας προς το μέλλον από το ένα μέρος και από το άλλο την αδυναμία επαρκούς σχεδιασμού και ελέγχου των επιπτώσεων του.

Του Χρίστου Αλεξόπουλου

Στο χώρο της κοινωνίας πιστοποιείται με την απουσία σταθερών σημείων προσανατολισμού στα διάφορα κοινωνικά συστήματα (π.χ. εργασιακό, υγείας, ασφάλειας κ.λ.π.), στα οποία κυριαρχούν η κινητικότητα και η αβεβαιότητα λόγω των αλλαγών, που προκαλούνται είτε από τις επιπτώσεις της ψηφιακής τεχνολογίας (εργασία), είτε από τις μεγάλες αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον και το μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης (υγεία), είτε από την έλλειψη μιας αξιόπιστης μορφής παγκόσμιας διακυβέρνησης, η οποία θα επιβάλλει διεθνείς ισορροπίες, που εγγυώνται την ειρήνη (ασφάλεια).

Στο χώρο της πολιτικής είναι εμφανές, ότι τα κόμματα αναζητούν σύγχρονη ταυτότητα και σύγχρονα πολιτικά εργαλεία, ώστε ο πολιτικός σχεδιασμός να είναι αξιόπιστα μακροπρόθεσμος και να ανοίγει λειτουργικές προοπτικές για το μέλλον, ενώ θα αντιμετωπίζει την αδυναμία διαχείρισης προβλημάτων, που υπερβαίνουν τα εθνικά όρια.

Επίσης πρέπει να επισημανθεί, ότι ο υψηλός βαθμός ρευστότητας, που χαρακτηρίζει την σύγχρονη πραγματικότητα, οφείλεται στην μεγάλη αλληλεξάρτηση των κοινωνικών δραστηριοτήτων και συστημάτων.

Η κλιματική αλλαγή, για παράδειγμα, δεν περιορίζεται μόνο στην διαμόρφωση κλιματικών συνθηκών, οι οποίες έχουν υψηλό φορτίο ρευστότητας (απότομες αλλαγές του καιρού, ακραία καιρικά φαινόμενα, ξηρασίες, πλημμύρες).

Παράλληλα λειτουργεί και ως καταλύτης για την αλλαγή των συνθηκών ζωής των ανθρώπων. Σε πολλές περιοχές του πλανήτη οι τοπικοί πληθυσμοί αναγκάζονται να αλλάξουν εργασία λόγω των επιπτώσεων του κλίματος ή να αναζητήσουν διέξοδο με την μαζική μετακίνηση προς άλλες χώρες, που ακόμη δεν υφίστανται το ίδιο αρνητικά την κλιματική επιβάρυνση, αν και έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή στην διαμόρφωση των γενεσιουργών αιτίων της κλιματικής αλλαγής (εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα κ.λ.π.).

Ταυτοχρόνως με την πρόοδο της κλιματικής αλλαγής αυξάνεται και ο κίνδυνος για την καταστροφή της βιοποικιλότητας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ζωή του ανθρώπου. Έτσι και αλλιώς οι επιπτώσεις στην υγεία του αρχίζουν να κάνουν την παρουσία τους αισθητή με την επικίνδυνη επιβάρυνση των μεγαλύτερων ηλικιών λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας (καύσωνες).

Μέχρι τώρα όμως η αντίδραση των κοινωνιών και του πολιτικού συστήματος είναι ανύπαρκτη. Σε παγκόσμιο επίπεδο η εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα αυξάνεται. Σύμφωνα με την International Energy Agency το 2017 η εκπομπή αυτού του αερίου έφτασε στα 32,5 δισεκατ. τόννους (ρεκόρ).

Όσο περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα εκπέμπεται στην ατμόσφαιρα, τόσο πιο υψηλές θα είναι οι θερμοκρασίες και αντιστρόφως.

Η γη δεν επιτρέπεται να θερμανθεί ούτε 1 βαθμό περισσότερο, το οποίο όμως είναι γεγονός. Ήδη υπάρχουν μελέτες (περιοδικό Nature), σύμφωνα με τις οποίες το κλίμα αλλάζει τόσο γρήγορα, που θα μπορούσε να προκαλέσει την έκτη μαζική εξαφάνιση της ζωής στον πλανήτη (τα τελευταία 540 εκατομ. χρόνια αυτό έγινε πέντε φορές).

Ακόμη και η ανθρώπινη διατροφή επιβαρύνει εμμέσως την ατμόσφαιρα. Γι’ αυτό σε ατομικό επίπεδο ο άνθρωπος μπορεί να συμβάλλει στην μείωση της εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα. Για παράδειγμα σύμφωνα με το Oxford University (πανεπιστήμιο της Οξφόρδης) και το Kompetenzzentrum für Landwirtschaftliche Forschung (Ερευνητικό Κέντρο ειδικευμένο στην Αγροτική Οικονομία) της Ελβετίας, χωρίς κατανάλωση κρέατος μπορούν να μειωθούν οι εκπομπές, που προκλήθηκαν από την διατροφή, κατά 49%.

Ποιά θα είναι η στάση των κτηνοτρόφων και του πολιτικού συστήματος; Θα το δεχθούν οι πολίτες, να μην διατρέφονται με κρέας; Αυτομάτως τίθεται θέμα αλλαγής τρόπου ζωής. Ακόμη όμως δεν ασχολούνται με αυτό το «ενδεχόμενο» ούτε το πολιτικό σύστημα ούτε οι κοινωνίες.

Βέβαια δεν λειτουργεί μόνο η κλιματική αλλαγή ως καταλύτης για την δρομολόγηση της ρευστότητας. Το δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί επίσης μια παράμετρο διαμόρφωσης ανισορροπιών ιδιαιτέρως στον ευρωπαϊκό χώρο.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πολύ επικίνδυνο, διότι συνδυάζεται με το προσφυγικό, τον υψηλό δείκτη ανεργίας, το ασφαλιστικό και την οικονομική κρίση γενικότερα. Συγκεκριμένα μέχρι το 2008 αντιστοιχούσαν 1,5 γενήσεις ανά γυναίκα.

Για να διατηρηθεί ένα έθνος ή μια κοινωνία πληθυσμιακά, ο δείκτης γεννήσεων πρέπει να είναι 2,1 γεννήσεις ανά γυναίκα. Στην Ελλάδα είναι 1,3, από το οποίο το 0,2 είναι παιδιά μεταναστών.

Το 1,1 που απομένει, σημαίνει εξαφάνιση σε βάθος χρόνου. Σε απόλυτους αριθμούς το 2009 οι γεννήσεις ήταν 118.000, ενώ το 2017 μόνο 88.500.

Το πρόβλημα, βέβαια, έχει πολύ αρνητικές παρενέργειες. Η ελληνική κοινωνία γηράσκει με ταχύτατους ρυθμούς, διότι ενισχυτικά λειτουργεί και η μετανάστευση των νέων λόγω της οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα να προκαλείται μεγάλη ανησυχία ως προς την βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Ταυτοχρόνως οξύνεται η κατάσταση και λόγω της υψηλής ανεργίας.

Σε συνδυασμό δε με τις αυξημένες ροές προσφύγων (η κατάσταση θα υφίσταται για πολύ καιρό ακόμη) και μεταναστών το πρόβλημα παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις και αποκτά δυστυχώς μέχρι και φυλετικά χαρακτηριστικά με τον κίνδυνο ανόδου του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Είναι σχήμα οξύμωρο να συμβαίνει αυτό σε μια χώρα, της οποίας σχεδόν ο μισός πληθυσμός ζει σε άλλα κράτη και σε μεγάλο βαθμό έχει ενσωματωθεί στις τοπικές κοινωνίες.

Οι κίνδυνοι, που συνεπάγεται η ρευστότητα, αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, αν ληφθεί υπόψη η ακολουθούμενη πολιτική στον τομέα των εξοπλισμών από τους ισχυρούς γεωπολιτικούς «παίκτες» και ιδιαιτέρως από την Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Αυτά τα δύο κράτη εκφράζουν «μεγάλες αμφιβολίες» για την λειτουργικότητα των συμφωνιών, όταν δεν τηρούνται τα συμφωνηθέντα. Με αυτό το επιχείρημα θα αρθεί η ισχύς της Συμφωνίας INF (Intermediate Range Nuclear Forces) για τους πυραύλους μέσου βεληνεκούς, που υπεγράφη στις 8.12.1987 και ετέθη σε ισχύ την 1.6.1988.

Αποδεικνύεται, ότι το Παγκόσμιο Σύστημα Ασφαλείας λειτουργεί μόνο για όσο χρονικό διάστημα υπηρετεί τις στοχεύσεις των κυρίαρχων δυνάμεων σε πλανητικό επίπεδο και όχι την παγκόσμια ειρήνη. Αυτό το κάνει κάτω από προϋποθέσεις, π.χ. όταν υπηρετεί το «εθνικό σμφέρον», το οποίο δεν ταυτίζεται με το κοινωνικό. Μια προσέγγιση της οικονομικής κατάστασης των πολιτών των χωρών αυτών το αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο. Οι κοινωνικές ανισότητες κυριαρχούν.

Το λυπηρό είναι, ότι η παγκόσμια κοινότητα απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις, χωρίς να είναι σε θέση να παρέμβει, ενώ ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την επιβολή υπερεθνικών ρυθμίσεων.

Με αυτά τα δεδομένα η ρευστότητα, τόσο στο κοινωνικό όσο και στο πολιτικό πεδίο, θα διαμορφώνει συνθήκες υψηλού βαθμού διακινδύνευσης των κοινωνιών και γενικότερα της ζωής στον πλανήτη.

Αν το πολιτικό σύστημα αποδεικνύεται ανεπαρκές να διαχειρισθεί με σταθερότητα και προοπτική την πραγματικότητα και ταυτοχρόνως να εγγυηθεί την βιωσιμότητα της ανθρώπινης οντότητας και του φυσικού περιβάλλοντος, τότε οι κοινωνίες με τα συλλογικά υποκείμενα, που διαθέτουν, πρέπει να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες, να απαλλαγούν από τον εθνικισμό και να συμμετέχουν ενεργά στις πολιτικές διεργασίες με το «άνοιγμα» ενός πολυδιάστατου διαλόγου στην κοινωνική βάση, με την συμβολή και της επιστημονικής κοινότητας, ο οποίος στοχεύει στην αναζήτηση και διαμόρφωση νέων πολιτικών προτάσεων για ένα βιώσιμο μέλλον.

Υπάρχει τεράστιο κενό ενημέρωσης των απλών πολιτών, ενώ ο χρόνος «τρέχει» με μεγάλη ταχύτητα και δεν επιτρέπει άλλες καθυστερήσεις.