Κορωνοϊός: Οι παράγοντες που μειώνουν την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού

135

Η κατάθλιψη, το στρες, η μοναξιά και οι ανθυγιεινές επιλογές είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι αποδυναμώνουν το ανοσοποιητικό σύστημα και μειώνουν την αποτελεσματικότητα φαρμάκων και εμβολίων.

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Perspectives on Psychological Science, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση των νέων εμβολίων που έχουν αναπτυχθεί για την πρόληψη της νόσου COVID-19. Ευτυχώς όμως είναι εφικτό να μειωθεί αυτή η επίπτωση με μερικές απλές τροποποιήσεις στην καθημερινότητά μας.

Τα εμβόλια είναι τα ασφαλέστερα και πιο αποτελεσματικά ιατροτεχνολογικά προϊόντα στην ιστορία της Επιστήμης. Με τη βοήθεια τους έχουμε πετύχει την εξάλειψη πολλών μολυσματικών νόσων, όπως η ευλογία και η ιλαρά. Το μυστικό της επιτυχίας τους είναι το ποσοστό του πληθυσμού που κάθε φορά πρέπει να εμβολιαστεί για να επιτευχθεί η ανοσία της αγέλης.

Σε ότι αφορά στα νέα εμβόλια κατά του κορωνοϊού SARS-CoV-2 που έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ) και τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ, έχουν υψηλό ποσοστό αποτελεσματικότητας ως προς την ανοσοαπόκριση, αν και η ταχύτητα επίτευξής της δεν είναι όμοια σε όλους τους ανθρώπους. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, αλλά και γενετικοί, σωματικοί και ψυχολογικοί παράγοντες μπορούν να αποδυναμώσουν το ανοσοποιητικό σύστημα, επιβραδύνοντας τη δράση του εμβολίου.

Αυτό είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό καθώς η πανδημία δεν έχει ακόμα τεθεί υπό έλεγχο και παράλληλα έχουν επιταθεί τα προβλήματα ψυχικής υγείας λόγω των παρατεταμένων Lockdown που ισχύουν σε πολλές χώρες αλλά και της αβεβαιότητας για το πως θα είναι η ζωή μας μετά τον κορωνοϊό.

Η Annelise Madison, ερευνήτρια στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο θέλησε να μελετήσει πως η αποτελεσματικότητα του εμβολίου κατά του κορωνοϊού επηρεάζεται από τις συμπεριφορές που αφορούν στην υγεία μας και στρεσογόνους παράγοντες που αλλάζουν την συμπεριφορά του ανοσοποιητικού συστήματος.

Τα εμβόλια γενικώς έχουν ως στόχο να προκαλέσουν το ανοσοποιητικό σύστημα να αρχίσει να λειτουργεί για να εξουδετερώσει έναν παθογόνο παράγοντα. Λίγες ώρες λοιπόν μετά από τον εμβολιασμό, το σώμα σε κυτταρικό επίπεδο αρχίζει να αναγνωρίζει τη «βιολογική απειλή» και το ανοσοποιητικό σύστημα αρχίζει να παράγει αντισώματα που στοχεύουν τα παθογόνα στοιχεία. Η παραγωγή των αντισωμάτων συνεχίζεται και τελικά καθορίζει πόσο αποτελεσματικό είναι το εκάστοτε εμβόλιο σε βάθος χρόνου.

Η μελέτη των Αμερικανών ειδικών επικεντρώθηκε κυρίως στην παραγωγή των αντισωμάτων αν και πρόκειται για μία μόνο πτυχή της ανοσοαπόκρισης. Πράγματι, παρατηρήθηκε ότι ψυχολογικοί και συμπεριφορικοί παράγοντες μπορούν να επιμηκύνουν το εύρος του χρόνου που απαιτείται για να οικοδομηθεί η ανοσία και επίσης να μειώσουν τη διάρκεια της ανοσίας.

Ωστόσο, το θετικό είναι ότι οι παραπάνω παράγοντες είναι τροποποιήσιμοι. «Με απλές κινήσεις ενδεχομένως να μπορούμε να μεγιστοποιήσουμε την αποτελεσματικότητα των εμβολίων», εξηγεί η Annelise Madison.

Σύμφωνα, λοιπόν, με ήδη γνωστές στρατηγικές η τακτική σωματική άσκηση και ο επαρκής νυχτερινός ύπνος πριν τον εμβολιασμό μπορούν να βοηθήσουν το ανοσοποιητικό σύστημα να λειτουργήσει επαρκώς. Έτσι ενδεχομένως να διασφαλιστεί η καλύτερη και ισχυρότερη ανοσοαπόκριση το ταχύτερο δυνατόν.