Κορωνοϊός: Ποιο στοιχείο τον κάνει πιο επικίνδυνο τον χειμώνα

162
«Πράσινο» φως για τη χρήση ρεμδεσιβίρης ενάντια στον κορωνοϊό

Νέα προέκταση στον επιστημονικό προβληματισμό για τη σχέση του κορωνοϊού και της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος δίνουν τα ευρήματα έρευνας από το Πανεπιστήμιο της Γιούτα των ΗΠΑ.

Η έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Biochemical Biophysical Research Communications, διαπίστωσε πως σωματίδια παρεμφερούς δομής με αυτή του νέου κορωνοϊού αποδείχθηκαν ευάλωτα σε ακόμη και σε μικρές αυξήσεις της θερμοκρασίας, δίνοντας απαντήσεις σχετικά με το πώς η αλλαγή του καιρού επηρεάζει τη διασπορά της πανδημίας.

Πρόκειται για την πρώτη έρευνα που εξέτασε τους μηχανισμούς του ιού σε ατομικό επίπεδο σωματιδίων, σύμφωνα με την οποία η εξάπλωση του SARS-CoV-2 τις χειμερινές περιόδους πραγματοποιείται κατά τον τρόπο που συμβαίνει και με άλλους κορωνοϊούς.

Τα κατασκευασμένα για τις ανάγκες της μελέτης σωματίδια, σύμφωνα με σχετική δημοσίευση της ερευνητικής ομάδας στο Scientific Reports, αποτελούν κενά κελύφη με τα ίδια λιπίδια και τους ίδιους τρεις τύπους πρωτεϊνών που φέρει η νόσος Covid-19 στην επιφάνειά του, χωρίς όμως το RNA που προκαλεί τις λοιμώξεις.

Οι επιστήμονες αντέγραψαν τη δομή του κορωνοϊού και τον τρόπο που η βλεννώδης μεμβράνη του τον βοηθά να προσκολλάται στους ξενιστές και τις επιφάνειες, κατά την πλέον διαδεδομένη μετάδοσή του μέσω σταγονιδίων μέσω της έντονης εκπνοής, του βήχα ή του φτερνίσματος.

Ο Michael Vershinin, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα, εξήγησε πως η θερμότητα έχει την ικανότητα να αποδομεί την σύσταση του ιού, πλήττοντας το σύμπλεγμα πρωτεϊνών στη μεμβράνη του, το απαραίτητο για να παραμένει μεταδοτικός. Σε αντίθεση με τον μικρό αντίκτυπο της υγρασίας, αποδείχτηκε πως η πτώση της θερμοκρασίας ουσιαστικά επιμηκύνει τον χρόνο μολυσματικότητας του ιού.

Οι ερευνητές εξέθεσαν τα σωματίδια σε γυάλινες επιφάνειες και παρατήρησαν την επίδραση που είχε η αλλαγή θερμοκρασίας στη σύστασή τους σε υγρό περιβάλλον (υγρό ρυθμιστικό διάλυμα) και ξηρό (ύπαιθρο). Η αύξηση της θερμοκρασίας στους 33,8°C  περίπου για 30 λεπτά προσέβαλλε τη δομή της μεμβράνης και στα δύο περιβάλλοντα, με μεγαλύτερη ωστόσο επίδραση στις ξηρές συνθήκες.

Αντίθετα, η θερμοκρασία στους 21,6°C περίπου πέτυχε μικρές ή και καθόλου βλάβες, υποδεικνύοντας πως ο ιός επιβιώνει και είναι περισσότερο μολυσματικός σε θερμοκρασία δωματίου ή στον ψυχρό καιρό.

Οι ερευνητές επεσήμαναν και τον ρόλο που διαδραματίζει η υγρασία στην επιβίωση του ιού και στο πόσο σύντομα τα μολυσμένα αιωρούμενα σωματίδια θα αποξηρανθούν, ενώ η μελέτη τους στις λεπτομέρειες της αποικοδόμησης σωματιδίων με παρεμφερή δομή με τον ιό συνεχίζονται καθώς, όπως σχολιάζει ο Δρ Vershinin «η κατανόηση του ιού στο ελάχιστο σωματιδιακό επίπεδο θα επιτρέψει την καταπολέμηση της πανδημίας».