Κουτεντάκης: «Δημοσιονομικός κίνδυνος από Folli Follie και δικαστικές αποφάσεις»

66
Κουτεντάκης: «Δημοσιονομικός κίνδυνος από Folli Follie»

Τον κίνδυνο να ενταθούν οι δημοσιονομικές πιέσεις στον προϋπολογισμό εξαιτίας των δικαστικών αποφάσεων προσφυγών και των αλλά και της αβεβαιότητας που δημιουργούν σε διεθνές επίπεδο οι υπoθέσεις της εισηγμένης εταιρείας Folli Follie, καθώς και η παραβίαση των κεφαλαιακών ελέγχων από ελληνική επιχείρηση "βλέπει" ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, Φραγκίσκος Κουτεντάκης.

Δύο μέρες πριν τη συνεδρίαση του EuroWorking Group που θα κρίνει το μέλλον των συντάξεων, το Γραφείο Προϋπολογισμού κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ακόμα και για τον έντονο εκλογικό κύκλο.

Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι: «Η αβεβαιότητα  θα μπορούσε να ενισχυθεί λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε εκλογικό κύκλο με εντεινόμενο πολιτικό ανταγωνισμό ο οποίος μπορεί να στείλει αντιφατικά μηνύματα όσον αφορά τις δεσμεύσεις της οικονομικής πολιτικής και να διαταράξει τις ευνοϊκές προσδοκίες που έχουν διαμορφωθεί».

Αλλά όπως προαναφέρθηκε δεν μένει μόνο εκεί επισημαίνει ότι εστία αβεβαιότητας αποτελούν οι  πρόσφατες υποθέσεις που έλαβαν ιδιαίτερη δημοσιότητα και σε διεθνές επίπεδο.

Αυτές αφορούν στις δημοσιευμένες λογιστικές καταστάσεις της εισηγμένης εταιρείας Folli Follie και την παραβίαση των κεφαλαιακών ελέγχων της Κίνας από ελληνική επιχείρηση με τη χρήση των συστημάτων πληρωμών POS ελληνικής συστημικής τράπεζας. Τέτοιες υποθέσεις δημιουργούν αμφιβολίες για τις διαδικασίες εταιρικής διακυβέρνησης και την επάρκεια των εποπτικών αρχών και δεν συνεισφέρουν στην εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης στην επενδυτική κοινότητα.

Για το θέμα των δικαστικών αποφάσεων ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης υποστηρίζει ότι πηγή αβεβαιότητας αποτελεί και η κλιμάκωση των δημοσιονομικών πιέσεων υπό το βάρος δικαστικών αποφάσεων που ακυρώνουν εφαρμοσμένες μισθολογικές και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις. Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση για καταβολή των αναδρομικών ποσών σε μισθωτούς και συνταξιούχους των ειδικών μισθολογίων που προέκυψαν από τις δικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί μια πράξη συμμόρφωσης στη συνταγματική νομιμότητα.

Ωστόσο, προκύπτουν ζητήματα ίσης μεταχείρισης καθώς δεν είναι απόλυτα σαφές γιατί οι μισθολογικές και συνταξιοδοτικές περικοπές ήταν συνταγματικές σε κάποιες κατηγορίες δημόσιων λειτουργών αλλά αντισυνταγματικές σε κάποιες άλλες.

Αυτό με τη σειρά του μπορεί να εγείρει επιπλέον δικαστικές διεκδικήσεις από άλλες κατηγορίες μισθωτών ή συνταξιούχων με σημαντικό δημοσιονομικό ρίσκο.

Οι φόροι, οι εισφορές και το πλεόνασμα

Στο 4,5% του ΑΕΠ υπολογίζεται να ανέλθει το πρωτογενές πλεόνασμα φέτος σύμφωνα με τον επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, Φραγκίσκος Κουτεντάκης.

Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στην κυβέρνηση να ανοίξει τον κουμπαρά μοιράζοντας προεκλογικά δώρα, τα οποία ωστόσο προηγουμένως αναγκάστηκαν να τα πληρώσουν οι πολίτες μέσω των υψηλών φόρων και δυσβάσταχτων ασφαλιστικών εισφορών.

Το υπερπλεόνασμα δημιουργήθηκε από την υποεκτίμηση απόδοσης συγκεκριμένων μέτρων (δαπανών)  τα οποία δημιουργούν δημοσιονομικό χώρο ύψους 1,8 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Βέβαια, αυτό που πρέπει να απασχολεί το σύνολο της κοινωνίας είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν στην κυβέρνηση αλλά και στον δημόσιο τομέα τα στελέχη που μπορούν να υπολογίσουν τι θα αποφέρει κάθε μέτρο στον προϋπολογισμό.

Τη μία χρόνια ήταν η υπεραπόδοση του ΕΦΚΑ που ανάγκασε 200.000 ελεύθερους επαγγελματίες να κλείσουν τα βιβλία του από τις εξοντωτικές εισφορές, τώρα είναι η περικοπή δαπανών τα οποία προφανώς δεν εκτιμήθηκαν καθόλου με αποτέλεσμα να συνεχίσουν οι πολίτες να πληρώνουν τους δυσβάσταχτους αυτούς φόρους και εισφορές.

Όπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων που έχει κάνει το Γραφείο Κρατικού Προϋπολογισμού στη Βουλή, με τη συμπλήρωση των πρώτων εννιά μηνών του έτους, καταγράφεται δημοσιονομική επίδοση περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ καλύτερη από το 2017.

Πάντως, το Γραφείο Κρατικού Προϋπολογισμού φαίνεται να αμφισβητεί ότι τα υπερπλεονάσματα είναι αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης, επικαλούμενο τα στοιχεία της πρόσφατης έκθεσης του ΟΟΣΑ, που δείχνει ότι η Ελλάδα κατατάσσεται κάπου στη μέση της Ευρωζώνης ως προς τις επιβαρύνσεις φόρων- εισφορών σε ποσοστό του ΑΕΠ, με 38,6%, έναντι μέσου όρου 37,3%.

Από την ίδια έκθεση προκύπτει, όμως, ότι η Ελλάδα, σε σχέση με τους φόρους σε αγαθά και υπηρεσίες (ΦΠΑ, Ειδικοί φόροι κατανάλωσης, δασμοί) κατέχει την πρώτη θέση σε επίπεδο Ευρωζώνης με 15,8%, ενώ παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση των εσόδων προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη κατά την περίοδο 2007-2016 (κατά 7,4 ποσοστιαίες μονάδες) σαν συνέπεια των μέτρων που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής.