Μαλλιά-κουβάρια στον ΣΥΡΙΖΑ για τη διεύρυνση: O -«σάκος του μποξ»- Σκουρλέτης, η πασοκοποίηση και η αναμέτρηση της Τρίτης

128

Ασφαλώς και δεν έπεισαν κανέναν, ούτε καν τον φιλοΣΥΡΙΖαίικο Τύπο, οι «πυροσβεστικές κινήσεις» με τα τετ α τετ Τσίπρα–Σκουρλέτη και τα non papers της Κουμουνδούρου ότι όλα είναι καλά στο κόμμα.

Μάλιστα, την επόμενη Τρίτη, στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, υπό τον Αλέξη Τσίπρα, αναμένεται ένας νέος γύρος στην αναμέτρηση μεταξύ των «προεδρικών» και των 53+, καθώς ο Αλέξης Τσίπρας δεν δείχνει διατεθειμένος να παρατήσει έτσι εύκολα τα όπλα.

Ο πρώην πρωθυπουργός θέλει ουσιαστικά να ηγηθεί του προοδευτικού πόλου της χώρας με όχημα τον ΣΥΡΙΖΑ και αφού αλώσει το Κίνημα Αλλαγής, να διοικεί χωρίς αμφισβήτηση και χωρίς να δίνει λογαριασμό σε όργανα και συλλογικότητες.

Μάλιστα, ο Αλέξης Τσίπρας έχει φτάσει σε τέτοιο... προχωρημένο σημείο αλαζονείας ώστε να «διαβάζει» το 31,5% των εθνικών εκλογών ως ποσοστό που αναλογεί στον ίδιο και όχι στον ΣΥΡΙΖΑ.

Βέβαια, είναι αλήθεια ότι τον στηρίζουν τα περισσότερα κορυφαία στελέχη του κόμματος, και περίπου το 65% της νέας Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και η κίνηση του Caravel, η κυρίαρχη τάση που συνθέτουν οι παλαιοί «προεδρικοί» με τους νέους «πασοκογενείς» για να αλλάξει αρχές, σύμβολα, ακόμα και όνομα.

Όμως είναι σαφές ότι όσο συνειδητοποιούν την ήττα στον ΣΥΡΙΖΑ, τόσο περισσότερο καταγράφονται αποκλίνουσες τοποθετήσεις και για τα αίτιά της αλλά – και κυρίως – για την προοπτική του κόμματος στην ούτως ή άλλως δύσκολη διαδικασία προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται.

Από την άλλη, ο κ. Σκουρλέτης εμφανίζεται να εκπροσωπεί τις δυνάμεις που αντιστέκονται στη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ΠΑΣΟΚ του 2020 και αυτός είναι ο λόγος που έχει στοχοποιηθεί από τους «σωματοφύλακες» του κ. Τσίπρα, οι οποίοι τον χαρακτηρίζουν «πολιτικά ανίκανο», του χρεώνουν τις εκλογικές ήττες και τον προτρέπουν να παραιτηθεί.

Στο τετ α τετ που προηγήθηκε την περασμένη εβδομάδα, αυτό που ως επίσημη κατάληξη είχε ένα «γλυκερό» non paper που κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν τρέχει τίποτε και όλα καλά, ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε έντονα δυσαρεστημένος από το πλήθος των επιθέσεων που έχει δεχθεί.

Φέρεται, μάλιστα, να «φωτογράφισε» στελέχη ως υπευθύνους της διαπόμπευσής του, να μίλησε για συγκεκριμένα ΜΜΕ που στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ και τον έχουν βάλει στο στόχαστρο και να διαμαρτυρήθηκε έντονα στον πρόεδρο του κόμματος.

Ο Αλέξης Τσίπρας φέρεται να επιχείρησε να καθησυχάσει το γραμματέα, να του είπε ότι δεν υπάρχει κανένα οργανωμένο σχέδιο εναντίον του και ότι δεν είναι δυνατόν να μπορεί να ελέγχει ή ακόμα και να γνωρίζει τι γράφει ο κάθε αρθρογράφος και το κάθε site.

Όλα αυτά προφανώς έχουν να κάνουν με την πορεία προς το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και την ίδια τη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ.

Δύο βασικές σχολές σκέψεις συγκρούονται.

Η πρώτη είναι αυτή στην οποία παρέπεμψε και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας σε συνέντευξή του παραμονές των εκλογών. Είναι η λεγόμενη θεωρία των «δανεικών ψήφων».

Σύμφωνα με αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015 (αλλά και κατ’ επέκταση και το 2019) κέρδισε επειδή «δανείστηκε» ψήφους που δεν ανήκαν στην παράδοση της ριζοσπαστικής αριστεράς αλλά προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ.

Τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να μετασχηματιστεί ώστε να αντιστοιχηθεί στην πραγματική εκλογική του βάση και αυτό εξηγεί την επιμονή τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα ότι χρειάζεται μεγάλη μαζικοποίηση και ότι αντιστοιχούν στον ΣΥΡΙΖΑ τουλάχιστον 150.000 μέλη.

Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η πρόταση για εκλογή του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ από την κομματική βάση.

Σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης, μια τέτοια διαδικασία θα επέτρεπε σε πολλές χιλιάδες ανθρώπους να προσεγγίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, να εγγραφούν μέλη, να συνδεθούν οργανωτικά, μέλη που κανονικά δεν θα έρχονταν σε μια παραδοσιακή συνεδριακή διαδικασία με συζητήσεις στις οργανώσεις βάσης, ψηφοφορίες επί των θέσεων, εκλογή αντιπροσώπων και προσυνεδριακό διάλογο.

Αυτή είναι η προσέγγιση που ουσιαστικά χαρακτήρισε «κόμμα followers» ο Πάνος Σκουρλέτης.

Και αυτή την προσέγγιση στοχοποίησε ο τέως Πρόεδρος της Βουλής όταν μίλησε «για ρηχές αναλύσεις περί πασοκοποίησης και περί “δανεικών” ψήφων».

Ουσιαστικά, η δεύτερη σχολή σκέψης επιμένει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μαζικοποιηθεί ξανά αλλά ως κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, χωρίς μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές εκπτώσεις και με έμφαση στην ουσιαστική συζήτηση και συμμετοχή όλων των μελών.

Αυτή η σχολή σκέψης αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την τάση των «53+» που θεωρεί ότι στην πραγματικότητα ο απολογισμός της διακυβέρνησης και η αποτίμηση των ευθυνών που οδήγησαν στην ήττα στις εκλογές οφείλει να οδηγήσει σε μια «αριστερή στροφή» του ΣΥΡΙΖΑ και σε μια εκ νέου αποσαφήνιση τόσο ενός αριστερού προγραμματικού πλαισίου που να τροφοδοτεί και την αντιπολιτευτική δουλειά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε μια εκ νέου επένδυση στην οικοδόμηση μαζικών κινημάτων με αφορμή και τα μέτρα που θα πάρει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Είναι σαφές ότι η ηγετική ομάδα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα, συμπεριλαμβανομένων και των νεώτερων στελεχών που είναι πολιτικά κοντά του, αν και όχι πάντα με τις καλύτερες σχέσεις με τον Νίκο Παππά, όπως π.χ. ο Δ. Τζανακόπουλος, όπως και άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, θεωρούν ότι είναι ανάγκη να γίνει το μεγάλο άνοιγμα, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει ότι θα μειωθεί η βαρύτητα του παραδοσιακού κομματικού μηχανισμού.

Ο αντίλογος είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εκτινάχθηκε εκλογικά και μπόρεσε να φτάσει στην εξουσία, όχι επειδή διευρύνθηκε προκαταβολικά, αλλά ακριβώς επειδή ήταν ένα ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα, με φυσιογνωμία ανταγωνιστική προς αυτή των παραδοσιακών συστημικών κομμάτων και έτσι μπόρεσε να καλύψει ήδη από το 2012 ένα κρίσιμο πολιτικό κενό, αλλάζοντας τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού...