Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα: Ανάπτυξη και πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς νέα μέτρα έως το 2025

120

Υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς μέτρα αλλά με... φουλ ρυθμούς ανάπτυξης, προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Σταθερότητας για την ελληνική οικονομία, τουλάχιστον έως το 2025.

Το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης κατά ESA αναμένεται να περιοριστεί από τα υψηλά επίπεδα του 2020 (6,7% του ΑΕΠ) και του 2021 (7,1% του ΑΕΠ) σε μόλις 0,5% του ΑΕΠ το 2022, ενώ από το 2023 αρχίζει ξανά η δημοσιονομική προσαρμογή με πρωτογενές πλεόνασμα 2% και συνεχίζεται με 2,8% το 2024 και 3,7% το 2025. Όπως σημειώνει στην ανακοίνωσή του το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, οι μακροοικονομικές προβλέψεις επί των οποίων στηρίζεται το ΜΠΔΣ 2022-2025 δεν έχουν διαφοροποιηθεί σε σχέση με εκείνες του Προγράμματος Σταθερότητας (ΠΣ) που υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα τέλη Απριλίου, οπότε εξακολουθούν να ισχύουν οι παρατηρήσεις που περιλαμβάνονταν στη σχετική αξιολόγηση από το ΕΔΣ των μακροοικονομικών προβλέψεων του ΠΣ.

Σημειώνεται, πάντως, πως η σχετικά περιορισμένη μείωση του ΑΕΠ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2021, η οποία ανακοινώθηκε αρχές Ιουνίου, βελτιώνει τις προσδοκίες για ανάκαμψη κατά το 2021. Εξάλλου, τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και ο ΟΟΣΑ στις πρόσφατες εκτιμήσεις τους (Μάιος 2021) προβλέπουν ρυθμό μεγέθυνσης για το 2021 ύψους 4,1% και 3,8% αντίστοιχα, έναντι 3,6% που προβλέπει το ΥΠΟΙΚ.

Τα βασικά δημοσιονομικά μεγέθη του ΜΠΔΣ 2022-2025 εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από την προσδοκώμενη αύξηση του ΑΕΠ. Σημειώνεται πως τόσο τα έσοδα όσο και οι δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν λιγότερο σε σχέση με το ονομαστικό ΑΕΠ, με αποτέλεσμα τα έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ να περιοριστούν σε 44,9% το 2025 έναντι 46,5% το 2019 και οι δαπάνες σε 43,4% το 2025 έναντι 45,3% το 2019.

Ειδικότερα, όλες οι γενικές κατηγορίες εσόδων αναμένεται να περιοριστούν ως ποσοστό του ΑΕΠ, με εξαίρεση τις μεταβιβάσεις και τα λοιπά έσοδα, λόγω των εισπράξεων από το Ταμείο Ανάκαμψης και λόγω των αυξημένων εσόδων του ΠΔΕ. Αντίστοιχα, όλες οι κατηγορίες δαπανών εμφανίζονται μειωμένες ως ποσοστό του ΑΕΠ, εκτός των επενδυτικών δαπανών που θα ανέλθουν στο 5,3% του ΑΕΠ έναντι 3,3%. Κατά συνέπεια, είναι εμφανής ο επενδυτικός προσανατολισμός του νέου ΜΠΔΣ 2022-2025, στον βαθμό που το ΠΔΕ αφορά σχεδόν αποκλειστικά επενδυτικά σχέδια και όχι δαπάνες άλλης φύσης (π.χ. δαπάνες αντιμετώπισης της πανδημίας).

Το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης κατά ESA αναμένεται να περιοριστεί από τα υψηλά επίπεδα του 2020 (6,7% του ΑΕΠ) και του 2021 (7,1% του ΑΕΠ) σε μόλις 0,5% του ΑΕΠ το 2022, λόγω της σταδιακής απόσυρσης των μέτρων στήριξης που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας. Σημειώνεται πως η γενική ρήτρα διαφυγής που επιτρέπει την απόκλιση από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες διατηρείται σε ισχύ και το 2022. Από το 2023, οι δημοσιονομικοί κανόνες επανέρχονται, σε συνάρτηση με τις προσδοκίες για αναθεώρησή τους σε πιο ευέλικτο πλαίσιο.

Ανεξάρτητα με τη διαφαινόμενη αναθεώρηση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων, το 2023 η δημοσιονομική πολιτική προσαρμόζεται στοχεύοντας σε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2% του ΑΕΠ, το οποίο αναμένεται να ανέλθει σε 2,8% του ΑΕΠ το 2024 και σε 3,7% του ΑΕΠ το 2025. Βάσει αυτών, η δημοσιονομική διαχείριση βρίσκεται σε συμφωνία με τους κανόνες που είχαν τεθεί στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας για πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα κατά μέσο όρο 2,2% του ΑΕΠ από το 2023 και εντεύθεν. Όσον αφορά στο διαρθρωτικό αποτέλεσμα της ΓΚ κινείται καθ’ όλη την περίοδο του ΜΠΔΣ 2022-2025 εντός του ορίου που προβλέπει το άρθρο 35 παρ.3 του νόμου 4270/2014 και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο (Fiscal Compact), όπως αυτό κυρώθηκε με το άρθρο τρίτο του νόμου 4063/2012.