Νόμος-«ταφόπλακα» στην ατιμωρησία των μολότοφ, μπλόκο στον «Ρουβίκωνα»

377

«Με φυλάκιση έως τρία έτη τιμωρείται ο υπαίτιος-μέλος ένωσης και οργάνωσης που δημιουργήθηκε για τη διάπραξη πλημμελήματος με το οποίο επιδιώκεται φθορά ξένης ιδιοκτησίας (δημοσίων ή ιδιωτικών εγκαταστάσεων), διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών και παρακώλυση των συγκοινωνιών και διατάραξη της οικιακής και κοινής ειρήνης και παρακώλυση της λειτουργίας άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων».

Αυτή είναι η καθοριστική αλλαγή στον νέο Ποινικό Κώδικα (στο άρθρο 187) που προωθεί – όπως αποκαλύπτει «Το Βήμα της Κυριακής» – η ΕΛ.ΑΣ. προκειμένου να περιορίσει τη δράση του Ρουβίκωνα.

Πρόκειται για μία από τις βαθιές τομές στον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα, οι οποίες αγγίζουν την καθημερινότητα πολιτών και εργαζομένων και τις οποίες εξετάζει η ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης εν όψει της έναρξης των εργασιών των μελών της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής με αντικείμενο τις αλλαγές σε συγκεκριμένα άρθρα του.

Ηδη στο μικροσκόπιο έχουν μπει η επανεξέταση της νομοθεσίας για πυρκαγιές και εμπρησμούς, η επαναφορά του άρθρου που σχετίζεται με τις επιθέσεις σε βάρος συμβολαιογράφων κατά τη διενέργεια πλειστηριασμών, όπως και ενδεχόμενη αλλαγή της νομοθεσίας για την πρόκληση σωματικών βλαβών σε εφοριακούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες του «ΘΕΜΑτος», η ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης εξετάζει σε αυτό το στάδιο τις κατευθύνσεις στις οποίες θα κινούνται οι αλλαγές, δίνοντας ιδιαίτερη πλέον βαρύτητα στο νομοθετικό πλαίσιο για εμπρησμούς και πυρκαγιές μετά και την τραγωδία στην Εύβοια, που μπορεί, ευτυχώς, να μη στοίχισε ανθρώπινες ζωές, προκάλεσε όμως τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή.

Σκοπός είναι να εξεταστεί η σχετική νομοθεσία εξονυχιστικά και οι δυνατότητες αλλαγής της ώστε, όπως τόνιζαν πηγές του υπουργείου Δικαιοσύνης, να περάσει το μήνυμα στην κοινωνία ότι στο μέλλον δεν θα υπάρξει καμία ανοχή σε τέτοιου είδους εγκλήματα.

Με την έναρξη των εργασιών της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, κάτι που ενδέχεται να γίνει ακόμη και εντός της εβδομάδας, αναμένεται να ξεκινήσουν και οι διεργασίες για τις όποιες βελτιώσεις μπορεί να φέρει η ισχύουσα νομοθεσία για τα αδικήματα που σχετίζονται με την πρόκληση πυρκαγιών και τους εμπρησμούς.

Σε πρώτη φάση, σκοπός είναι να διαπιστωθεί τι ακριβώς μπορεί να αλλάξει προς την κατεύθυνση της αυστηροποίησης ώστε να καταστεί σαφές ότι στο μέλλον δεν θα υπάρξει ανοχή στους δράστες τέτοιων εγκλημάτων.

Την κινητοποίηση, όπως είναι λογικό, προκάλεσε τόσο η εθνική τραγωδία στην Ανατολική Αττική πέρυσι το καλοκαίρι όσο και η πρόσφατη πύρινη λαίλαπα στην Εύβοια, που κατέστρεψε χιλιάδες στρέμματα δάσους, με τις Αρχές να συνηγορούν στο σενάριο του εμπρησμού.

Επιπλέον, μία από τις βασικότερες αλλαγές που θα εξεταστούν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή θα είναι το θέμα της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών βομβών (μολότοφ). Με το άρθρο 272 του νέου Ποινικού Κώδικα, η παρασκευή, προμήθεια και κατοχή εκρηκτικών υλών ή βομβών διώκεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος.

Πλέον υπάρχει βούληση το συγκεκριμένο άρθρο να αλλάξει και τα παραπάνω αδικήματα να διώκονται και να τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος και να επισύρουν πολυετείς καθείρξεις. Ειδικά το αδίκημα της παρασκευής, το οποίο συνδέεται και με την τέλεση άλλων αδικημάτων, που αφορούν καταστροφές δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας ή ακόμη και εμπρησμούς (όπως είχε γίνει στην υπόθεση της Marfin), η κατεύθυνση είναι, σύμφωνα με πληροφορίες, να αυστηροποιηθεί και να λάβει η τέλεση κακουργηματική μορφή.

Στους σχεδιασμούς του υπουργείου Δικαιοσύνης, όμως, συγκαταλέγεται, κατά τις ίδιες πληροφορίες, και η επαναφορά της παραγράφου 2 του άρθρου 315 του προγενέστερο Ποινικού Κώδικα για τους δημοσίους υπαλλήλους και τους συμβολαιογράφους που δέχονται επιθέσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Η συγκεκριμένη παράγραφος, η οποία καταργήθηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα, προέβλεπε την αυτεπάγγελτη παρέμβαση του εισαγγελέα και την άσκηση δίωξης σε βάρος των δραστών «αν ο παθών είναι δημόσιος υπάλληλος και η πράξη τελέστηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή για λόγους σχετικούς με την εκτέλεσή της ή υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και η πράξη τελέστηκε με αφορμή τον πλειστηριασμό».

Μάλιστα, η διάταξη αυτή ήταν σχετικά πρόσφατη, είχε ψηφιστεί το 2017, με αφορμή τα επεισόδια που σημειώνονταν σε δικαστήρια κατά τη διενέργεια πλειστηριασμών, αλλά και τις επιθέσεις που είχαν δεχτεί από μέλη του «Ρουβίκωνα» συμβολαιογράφοι οι οποίοι διενεργούσαν πλειστηριασμούς, προτού ακόμη η σχετική διαδικασία γίνει ηλεκτρονική.

Ωστόσο, το συγκεκριμένο άρθρο καταργήθηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα, στον οποίο πλέον προβλέπεται (άρθρο 308) η αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη για τους δράστες μόνο αν το αδίκημα που τέλεσαν είναι σε βάρος δημοσίων υπαλλήλων - όχι δηλαδή σε βάρος υπαλλήλων πλειστηριασμών. Σύμφωνα με πληροφορίες, το θέμα αυτό, δηλαδή της απαλοιφής της πρόβλεψης για τους υπαλλήλους που διενεργούν πλειστηριασμούς, τέθηκε από εκπροσώπους των θεσμών, οι οποίοι τάσσονται υπέρ της επαναφοράς του προηγούμενου καθεστώτος.

Ακόμη, σκέψεις υπάρχουν και για τροποποίηση της νομοθεσίας επί το αυστηρότερο σε ό,τι αφορά τους δράστες επιθέσεων σε εφοριακούς, με αφορμή τα γεγονότα που έλαβαν χώρα πρόσφατα με τις βιαιοπραγίες σε βάρος ελεγκτών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ).

Το θέμα αυτό, άλλωστε, απασχολεί και την ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας, η οποία έχει ανακοινώσει ότι σε συνεργασία με τα Δικαιοσύνης, Εσωτερικών και Προστασίας του Πολίτη θα αναλάβει πρωτοβουλία για την αυστηροποίηση των ποινών σε όσους ασκούν βία σε δημοσίους υπαλλήλους εν ώρα καθήκοντος.

Ενα άλλο μείζον ζήτημα που έχει προκαλέσει αντιδράσεις και συζητήσεις είναι και η μετατροπή με τον νέο Ποινικό Κώδικα του αδικήματος της δωροδοκίας και δωροληψίας υπαλλήλου από κακούργημα σε πλημμέλημα, με κάποιες εξαιρέσεις. Συγκεκριμένα, με τις νέες διατάξεις, αυτός που τελεί τη δωροδοκία τιμωρείται με ποινή πλημμεληματικού χαρακτήρα έως τρία έτη. Αντίθετα, εκείνος που δέχεται το προϊόν της δωροδοκίας μπορεί να τιμωρηθεί μέχρι πέντε έτη.

Πλέον αυτού, όμως, μείζον νομικό πρόβλημα ανακύπτει και γιατί ο νέος Ποινικός Κώδικας περιλαμβάνει δύο διαφορετικές διατυπώσεις για το αδίκημα της δωροδοκίας (ενεργητική και παθητική) από υπάλληλο.

Η πρώτη διατύπωση (άρθρο 235 παρ. 1) προβλέπει ότι είναι πλημμέλημα η δωροληψία υπαλλήλου αν αυτή έχει σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, ενώ η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου τιμωρεί σε βαθμό κακουργήματος τον υπάλληλο αν η δωροληψία του αντίκειται στα καθήκοντά του.

Νομικοί κύκλοι εκφράζουν έντονες ανησυχίες για τη συγκεκριμένη διατύπωση, αφού και στην αντικειμενική υπόσταση του πλημμεληματικού αδικήματος αναφέρεται ότι για να τελεστεί η δωροδοκία θα πρέπει η πράξη ή η παράλειψη του υπαλλήλου να έχει σχέση με την ενάσκηση των καθηκόντων του. Εννοιες επί της ουσίας ταυτόσημες που δεν αποκλείεται να οδηγήσουν το εκάστοτε δικαστήριο σε υποχρεωτική ερμηνεία της διάταξης, ήτοι σε κατά το δοκούν δικαστικές αποφάσεις.

Εξάλλου, τα συγκεκριμένα άρθρα έχουν προκαλέσει τις παρατηρήσεις της Ομάδας Εργασίας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) αλλά και της Ομάδας Κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της Διαφθοράς (GRECO), οι οποίες εξέφρασαν φόβους ότι οι αλλαγές που επιφέρουν μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την αρχειοθέτηση δικαστικών ερευνών και διώξεων που βρίσκονται σε εξέλιξη, μικρότερες περιόδους παραγραφής των υπό έρευνα αδικημάτων, ακόμη και την παρεμπόδιση της διεθνούς συνεργασίας σε μελλοντικές υποθέσεις.

Σε ό,τι αφορά το νέο καθεστώς της αποφυλάκισης με όρους βαρυποινιτών και τρομοκρατών, βέβαιη θεωρείται η τροποποίηση του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα. Το συγκεκριμένο άρθρο επιτρέπει σε πολυϊσοβίτες, ακόμη και σε καταδικασθέντες για συμμετοχή στη «17Ν», να αιτηθούν την υφ’ όρους αποφυλάκισή τους αν έχουν εκτίσει (το ανώτερο) 16 έτη από την ποινή που τους έχει επιβληθεί, ακόμη κι αν έχουν καταδικαστεί σε πολλές φορές ισόβια. Το συγκεκριμένο άρθρο, όπως έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ο υπουργός Δικαιοσύνης, θα αυστηροποιηθεί.

Το ίδιο θα ισχύσει και για τις διατάξεις εκείνες που επιτρέπουν σε καταδικασθέντες για εγκλήματα κατά της ζωής και άλλα κακουργήματα να αποφυλακίζονται πιο εύκολα με την αναγνώριση κάποιου ελαφρυντικού, όπως συνέβη στην περίπτωση του πρώην ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα.