Ο κομματικός μουτζούρης και η αποδόμηση του

412

Απομονωμένος πολιτικά, ανίσχυρος κοινοβουλευτικά, εγκλωβισμένος σε ατέρμονους παλαιοσταλινικούς βυζαντινισμούς για την επόμενη μέρα στο κόμμα και στην ηγετική ομάδα ο ΣΥΡΙΖΑ πορεύεται στην ελληνική κοινωνία σε μια πορεία συρρίκνωσης σε όλα τα επίπεδα και χωρίς να διαθέτει πλέον το μαξιλαράκι του «ηθικού πλεονεκτήματος».

Του Χρήστου Υφαντή

Το τελευταίο, κάτι σαν το «αριστερό Άλαμο», κάηκε στην πυρά των αποκαλύψεων για τη δράση ηγετικών στελεχών την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας σε πεδία συναλλαγών, για τα οποία η αριστερά έβγαλε σπυράκια στις περιόδους που οργάνωνε το ηθικό της πλεονέκτημα καταγγέλλοντας τη δράση των κυβερνήσεων των συστημικών κομμάτων, δηλαδή στην απλή, καθαρή και άδολη κονόμα.

Με τον κουρνιαχτό να μην έχει καθίσει ακόμη από τις υποθέσεις Novartis – Παπαγγελόπουλου, Καλογρίτσα, Μιωνή και τις ζοφερές αποκαλύψεις για τις απόπειρες να προκύψουν αθέμιτες συναλλαγές πάνω σε 102 πτώματα στο Μάτι, στην Κουμουνδούρου δεν αισθάνονται καθόλου ασφαλείς για το μέλλον τους.

Οι πολιτικές απαντήσεις που αποπειράθηκαν να δώσουν, είτε στη Βουλή, είτε εκτός αυτής, τους κατέστησαν καταγέλαστους και αντί να ηρεμήσουν τις εσωτερικές έριδες και να βελτιώσουν τη δημόσια εικόνα του ίδιου του Τσίπρα και των περί αυτόν τους έδωσαν βορά στα αδηφάγα φιλοκυβερνητικά Μ.Μ.Ε., τα οποία τους κατασπάραξαν με περισσή ευκολία.

Στον ΣΥΡΙΖΑ ανθεί και πάλι η περίοδος της ομφαλοσκόπησης. Όλες οι κομματικές δυνάμεις έχουν αποδυθεί σε ένα αγώνα περιχαράκωσης και ιδεολογικής καθαρότητας, ώστε να εξέλθουν από την κρίση κομματικά και πολιτικά δυνατές και να μετάσχουν από τις καλύτερες δυνατές θέσεις στη μάχη για την επόμενη μέρα.

Στον χαμό αυτό περισσεύουν οι αρνητικές αναφορές στο κεντρικό πρόσωπο της περιόδου που δεν είναι άλλο από τον Νίκο Παππά.

Ήδη, στον στενό κομματικό πυρήνα, ξεκίνησαν και πάλι με έντονο τρόπο να ρίχνονται τα πρώτα τροχιοδεικτικά εναντίον του και να επανέρχονται στο προσκήνιο παλιότερες καταγγελίες για τη συμπεριφορά του και την γενικότερη πολιτική παρουσία του. Οι περιοδικές καταγγελίες που συνόδευαν την κομματική του δράση στη δεκαετία 2003 – 2014 βγήκαν πάλι στο φως της δημοσιότητας και η μανία του «να παίζει πολιτικά με όλους, χωρίς αρχές, χωρίς ήθος, χωρίς ιδεολογικές άμυνες» είναι η κόκκινη γραμμή όλου του κομματικού ιστού εναντίον του.

Με όρους παλαιοσταλινικής αριστεράς ο κ. Παππάς θα κατηγορούνταν ότι «υπέκυψε στις σειρήνες της αντίδρασης, έγινε λακές των ιμπεριαλιστών και υπηρέτης του κεφαλαίου», αλλά σήμερα οι κατηγορίες αυτές έχουν εντελώς διαφοροποιηθεί και περιστρέφονται στον πανθομολογούμενο αμοραλισμό του πρώην υπουργού Προεδρίας του ΣΥΡΙΖΑ και παρακοιμώμενου του Τσίπρα.

Τον Νίκο Παπά οι περισσότεροι από τους άσπονδους κομματικούς φίλους του τον θεωρούν την πέτρα του σκανδάλου, με την εκτίμηση ότι «εγκλώβισε τον Τσίπρα σε μια τακτική συναλλαγών χωρίς αρχές και χωρίς άμυνες με την κατεστημένη επιχειρηματική τάξη αδιαφορώντας πλήρως για την κληρονομιά του πολιτικού του χώρου» και ότι πλέον «τον έχει καταστήσει αιχμάλωτο των εξελίξεων, τις οποίες διαμορφώνουν δυνάμεις και πολιτικοί χώροι εκτός της εμβέλειας του κόμματος, συνεπώς είναι απολύτως αδιαφανείς και το κόμμα είναι ανίσχυρο απέναντι τους».

Ο άλλοτε ηγέτης της ομάδας εξουσίας περί τον Αλέξη Τσίπρα είναι πια ο επίσημος κομματικός μουτζούρης. Κανένας δεν επιθυμεί να τον έχει συνομιλητή, κανένας δεν τον εμπιστεύεται, κανείς δεν τον περιλαμβάνει στους σχεδιασμούς του για την επόμενη μέρα. Ακόμη και ο ίδιος ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τηρεί απέναντι του μια πιο διακριτική στάση, καθώς δεν επιθυμεί για κανένα λόγο να τον χρεωθεί με την ίδια με το παρελθόν ένταση στις διεργασίες για το κόμμα που έχει κατά νου να συγκροτήσει.

«Ο Νίκος ήταν λιμασμένος από όταν ήρθε στην Ελλάδα. Δεν έχασε καιρό καθόλου και μπήκε αμέσως στη λογική των συναλλαγών με όρους παλαιοκομματικού δεξιού παράγοντα» αναφέρεται στις συζητήσεις που γίνονται στο κόμμα (εντός και εκτός οργάνων) από άλλοτε συνεργάτες ή συμπορευόμενους στο Μαξίμου και στα διάφορα υπουργεία από τα οποία πέρασε.

Ακόμη και το γεγονός ότι είναι υπεύθυνος για την «οικονομική πολιτική», ενώ οι σπουδές του περιορίζονται στην εξειδικευμένη αντιμετώπιση των κενών του ασφαλιστικού συστήματος μέσω της οργανωμένης εισόδου στην αγορά των μεταναστών (αυτό ήταν το μεταπτυχιακό του) ανασύρεται στην επιφάνεια και χρησιμοποιείται ως «όπλο» στα χέρια των αρνητών του για να υπογραμμίσουν τις ελάχιστες ικανότητες του να αντιληφθεί και να σχεδιάσει πολιτική για την οικονομία «ένας ασφαλιστικός σύμβουλος».

Ο ίδιος ο κ. Παππάς οδεύει προς την ταχύτατη αποδόμηση του χωρίς να μπορεί να την ανακόψει ή να περιορίσει τις επιπτώσεις της. Ξέρει, καλύτερα από κάθε άλλο, ότι δεν διαθέτει μεγάλο προσδόκιμο κομματικής ζωής και επιχειρεί να το αυξήσει είτε παρακαλώντας, είτε «απειλώντας» όποιον βρεθεί στο δρόμο του, με στόχο να προλάβει απλώς το επόμενο ηχητικό που δεν γνωρίζει ούτε που, ούτε πότε, ούτε πως θα προκύψει και τι θα περιέχει.