Ο ΣΥΡΙΖΑ βουλιάζει στη δική του λάσπη: Η ένοχη σιωπή Τσίπρα και το «εργαστήριο» κατασκευής εχθρών

97

Μία εβδομάδα μετά τα όσα κατήγγειλε ο Βαγγέλης Μαρινάκης, ως προς αυτά που του ζητούσε, εκ μέρους πάντα του πρωθυπουργού, ο Νίκος Παππάς και μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει καμία άμεση ή έμμεση διάψευση των συγκεκριμένων καταγγελιών.

Δεν έχει υπάρξει διάψευση ούτε για το αίτημα να χορηγηθεί δάνειο στο Χρ. Καλογρίτσα για να μπορέσει να πληρώσει τη δόση για την τηλεοπτική άδεια, ούτε την απαίτηση στα ΜΜΕ του τέως ΔΟΛ να τοποθετηθούν επικεφαλής στελέχη της αρεσκείας του Μεγάρου Μαξίμου.

Άλλωστε, ακόμη και στην πρόσφατη μεταμεσονύχτια παρουσία του Νίκου Παππά στο προστατευμένο περιβάλλον της ΕΡΤ, ενώ θα θα μπορούσαν να λεχθούν κάποια πράγματα, ακόμα και σε ένα πρόγραμμα που δεν το βλέπει κανείς, δεν ειπώθηκαν ξεκάθαρες κουβέντες.

Ο υπουργός μίλησε για κουτσομπολιά αλλά επί της ουσίας δεν διέψευδε ούτε τη δική του μεσολάβηση, ούτε τα ντραβέρια για να πάρει ο «κόκκινος εργολάβος» (όπως χαρακτήριζαν τον Καλογρίτσα) τηλεοπτική άδεια, ακόμη και χωρίς δικά του κεφάλαια.

Όμως, στην πολιτική ισχύει ο κανόνας πως όταν κάτι δεν διαψεύδεται επί της τότε εκ των πραγμάτων επιβεβαιώνεται.

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα καλείται να δώσει σαφείς εξηγήσεις για το πώς αντιλαμβανόταν τις σχέσεις με επιχειρηματίες και για το πώς θεωρούσε ότι μπορούσε να ζητά από αυτούς είτε εξυπηρετήσεις είτε «ειδικούς χειρισμούς».

Και τα πράγματα κάνει ακόμη χειρότερα, ως προς την ένοχη αυτή σιωπή, το γεγονός ότι όλα δείχνουν ότι ο Βαγγέλης Μαρινάκης βρέθηκε στο στόχαστρο της κυβέρνησης, ακριβώς επειδή δεν αποδέχτηκε αυτούς τους όρους «συνεννόησης» με την κυβέρνηση.

Γιατί σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση που την ίδια ώρα που καταγγέλλει τη διαπλοκή των αντιπολιτευόμενων κομμάτων (παραβλέποντας βέβαια ότι η «διαπλοκή» εξ ορισμού απαιτεί την κατοχή κυβερνητικής εξουσίας) δεν έχει κανένα πρόβλημα να εργαλειοποιεί πλήρως τις ούτως ή άλλως αναγκαίες σχέσεις με την επιχειρηματικότητα που κάθε κυβέρνηση πρέπει να έχει, να συμπεριφέρεται ως μηχανισμός εξυπηρέτησης κάποιων ή «πίεσης» προς κάποιους άλλους.

Όμως δεν είναι μόνο αυτή η ιδιότυπη εκδικητικότητα έναντι ενός επιχειρηματία που στην πραγματικότητα δεν διεκδίκησε κάποιου είδους ειδική μεταχείριση από τη μεριά της κυβέρνησης, ούτε δημόσια έργα, ούτε κρατικές προμήθειες.

Είναι και ο κυνικός τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση θεωρεί την κατασκευή εχθρών ως προεκλογική τακτική.

Και ο τρόπος για το κάνει αυτό είναι να στοχοποιήσει όχι μόνο πολιτικούς αντιπάλους αλλά και επιχειρηματίες, μόνο και μόνο για να μπορεί να υποστηρίξει ένα προεκλογικό αφήγημα. Ουσιαστικά, είναι μια λογική «κατασκευής εχθρών», που στην πραγματικότητα καμιά σχέση δεν έχει με τις παραδόσεις ή την αντίληψη της αριστεράς.

Όλα αυτά έχουν σχέση και με μια άλλη βασική παράμετρο. Τόσο η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικός οργανισμός βρίσκονται σε μια χωρίς προηγούμενο στρατηγική αμηχανία.

Η πολιτική που εφάρμοσαν τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια μικρή διαφορά είχε από αυτήν που θα εφάρμοζε και η ΝΔ ή το ΚΙΝΑΛ εάν βρίσκονταν στην ίδια θέση και έκαναν την ίδια διαπραγμάτευση με την Τρόικα.

Γιατί πολύ απλά η πολιτική που εφαρμόζεται δεν είναι ούτε το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», ούτε καν το αλήστου μνήμης «παράλληλο πρόγραμμα». Τα μνημόνια εφαρμόζονται με τα όποια ελάχιστα περιθώρια επιδοματικών λύσεων δίνουν.

Ούτε μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ πραγματικά να υποσχεθεί ένα «αριστερό πρόγραμμα» για το από εδώ και πέρα, για τον βασικό λόγο ότι ήταν το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα αυτό που συμφώνησε σε μια ιδιαίτερα αυστηρή μεταμνημονιακή επιτήρηση και σε δεσμεύσεις για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα στην προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να πάει στις εκλογές με συνθήκη πόλωσης και αντιπαράθεσης απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Γι’ αυτό το λόγο και προχωρά σε όλη αυτή την «κατασκευή εχθρών» με αιχμή τον Βαγγέλη Μαρινάκη, στην αναπαραγωγή του εντελώς αβάσιμου αφηγήματος περί του εναγκαλισμού της ΝΔ με τον επιχειρηματία και στην προσπάθεια να παρουσιαστεί η αξιωματική αντιπολίτευση ως «διαπλεκόμενη»...