Ο τελειωμένος Τσίπρας δυναμιτίζει την ομαλότητα και «βρoμίζει» το δρόμο προς τις κάλπες

164

Είναι ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ο Αλέξης Τσίπρας έχουν επιλέξει να πάρουν έναν «βρόμικο» δρόμο προς τις κάλπες στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να αντιστρέψουν το κλίμα.

Ουσιαστικά, η απόφαση του ίδιου του πρωθυπουργού να ασπαστεί το δόγμα Πολάκη και να πάει σε εκλογές υπό ακραίες καταστάσεις και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, αποτελεί το φιτίλι που θα τινάξει στον αέρα την ομαλή πορεία της χώρας.

Η στοχοποίηση του πρώην πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη είναι μόνον η αρχή. Είναι μέρος ενός σχεδίου που στόχο έχει να βγάζει κάθε μέρα και μια δικαστική υπόθεση, κλειστή ή ανοικτή, «φρέσκια» ή παλαιά και να δημιουργεί ένα κλίμα σκανδαλολογίας.

Με πρώτο στόχο την πλήρη αποδόμηση του κεντροαριστερού χώρου ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να έρθει και να «τρυγήσει» τις ψήφους των απογοητευμένων ψηφοφόρων.

Πρώτα ο Σημίτης, μετά τα δάνεια των κομμάτων, ξαναθυμίζουν και τον Ακη με τον Γιάννο ώστε να φτιαχτεί το σκηνικό που θέλουν στο Μαξίμου.

Και βεβαίως, θα βγαίνουν νέες δικογραφίες, ακόμη και χωρίς στοιχεία για τα θέματα της Υγείας, τα δάνεια των κομμάτων κ.λπ.

Η χθεσινή συνεδρίαση της Βουλής για τη συνταγματική αναθεώρηση απέδειξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμιά συνεννόηση. Και κυρίως ακυρώνεται κάθε σενάριο για τη δημιουργία μιας… κεντροαριστεράς κυβέρνησης με τον Τσίπρα να γκρεμίζει τις γέφυρες με τον κοντινό σ’ αυτόν χώρο κι επιλέγοντας τη συστράτευση με την ακροδεξιά.

Αποδείχθηκε επίσης περίτρανα ο διπρόσωπος χαρακτήρας του πρωθυπουργού. Στο συνέδριο του SPD εμφανίζεται συναινετικός κι έτοιμος να συμβάλει σε μια δυνατή σοσιαλδημοκρατία. Αλλά με το που έρχεται στην Αθήνα «αφηνιάζει» τινάζοντας κάθε ελπίδα ομαλής μετάβασης στις εκλογές, όποτε κι αν γίνουν αυτές.

Είναι προφανές ότι κανένας δεν επιθυμεί τη συγκάλυψη σκανδάλων και υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι γύρω από αρκετές πλευρές της κυβερνητικής διαχείρισης στην περίοδο των κυβερνήσεων Σημίτη υπήρξε κακοδιαχείριση.

Αυτό έδειξε π.χ. και η ποινική εξέλιξη της υπόθεσης Τσοχατζόπουλου και οι καταδίκες που υπήρξαν, όπως και οι αποκαλύψεις για την υπόθεση Siemens.

Από την άλλη, όμως, προκαλεί προβληματισμό το γεγονός ότι όλα αυτά έρχονται με καθυστέρηση αρκετών ετών και αφορούν υποθέσεις όπως τα συστήματα ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων και η αναβάθμιση των φρεγατών για τις οποίες οι καταγγελίες έχουν γίνει ήδη από την προηγούμενη δεκαετία. Γιατί δεν διερευνήθηκαν τότε και γιατί επανέρχονται σήμερα; Και γιατί επιλέγεται η χρονική συγκυρία λίγους μήνες πριν από τις κάλπες.

Προβληματισμό προκαλεί επίσης και η ίδια η επιλογή των στόχων. Ο Κώστας Σημίτης έχει αποχωρήσει από την ενεργό πολιτικό εδώ και αρκετά χρόνια. Δεν εκπροσωπεί καν κάποιον ιδιαίτερο πόλο μέσα στο σημερινό πολιτικό σκηνικό.

Η επίθεσή στο πρόσωπό του βέβαια δια της τεθλασμένης και εξ αντανακλάσεως αποτελεί και επίθεση στις πολιτικές τάσεις της κεντροαριστεράς που μπορεί να πει κανείς ότι εκπροσωπούν σήμερα την κληρονομιά της εποχής Σημίτη.

Την ίσια στιγμή έχουμε να κάνουμε με έρευνες που δεν πρόκειται να μας κάνουν σοφότερους ως προς τις ακριβείς διαδρομές του πολιτικού χρήματος.

Θα ήταν αφελές να πιστεύαμε ότι ένας πρώην πρωθυπουργός θα τοποθετούσε χρήματα από αθέμιτες συναλλαγές στους προσωπικούς του τραπεζικούς λογαριασμούς.

Η έρευνα, δηλαδή, όπως και αυτή που φημολογείται σε βάρος του αδελφού του, αντικειμενικά δεν θα βοηθήσει στην υπόθεση και απλώς θα επιτείνει ένα «κλίμα» σε σχέση με το πώς το «παλαιό πολιτικό σύστημα» ήταν «διαπλεκόμενο» και «διεφθαρμένο». Η στόχευση του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς. Διχάζουμε τους πολίτες και τους βάζουμε το δίλημμα: «Με τους καθαρούς και ηθικούς ή με τους βρόμικους, τα… λαμόγια»;

Με άλλα λόγια, στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε μια ακόμη επιλογή πόλωσης και χάραξης διαχωριστικών γραμμών, τμήμα της προσπάθειας του ΣΥΡΙΖΑ να πάει σε εκλογές όπου θα διεκδικήσει να εκπροσωπεί όχι μόνο την αριστερά αλλά και την «κάθαρση» και το «ηθικό πλεονέκτημα».

Τον ίδιο τόνο άλλωστε είδαμε στον τρόπο με τον οποίο τόσο η ίδια η κυβέρνηση και τα στελέχη της όσο και τα προσκείμενα σε αυτή ΜΜΕ αντιμετώπισαν π.χ. τη δικαστική δίωξη και προφυλάκιση του τέως ΥΠΕΘΑ Γιάννου Παπαντωνίου.

Αυτό άλλωστε αποτύπωσε και η δήλωση Πολάκη για την ανάγκη «να μπουν μερικοί στη φυλακή» ως στοιχείο μιας δυνητικά νικηφόρας προεκλογικής εκστρατείας.