Πενταετές ομόλογο: Το Δημόσιο θα αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ με «τσουχτερό» επιτόκιο 3,6%

194

Έκλεισε το βιβλίο προσφορών για το πενταετές ομόλογο, το οποίο λήγει τον Απρίλιο του 2024.

Το δημόσιο θα αντλήσει 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ αρχικά αναμενόταν να αντλήσει 2 δισ. ευρώ.

Η ζήτηση ξεπέρασε τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Το κουπόνι διαμορφώθηκε στο 3,45% και η απόδοση στο 3,60.

Αναμένονται οι επίσημες ανακοινώσεις από το υπουργείο Οικονομικών.

Υπενθυμίζεται ότι οι αρχικές εκτιμήσεις τοποθετούσαν το κουπόνι του πενταετούς ομόλογου στο 3,75% με 3,875%.

Η λήξη του ομολόγου τοποθετείται στις 2 Απριλίου του 2024 και η ημερομηνία διακανονισμού είναι η 5η Φεβρουαρίου.

Ο αρχικός στόχος του ΟΔΔΗΧ ήταν να αντλήσει 2 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά μπορεί να επιλέξει να αντλήσει περισσότερα σύμφωνα με πηγές της αγοράς, καθώς η έκδοση πάει πολύ καλύτερα από το αναμενόμενο.

Την ίδια ώρα, η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου κινείται στο 4,02%, στα χαμηλότερα επίπεδα από τα τέλη Σεπτεμβρίου.

Όπως έχει γίνει γνωστό από χθες, ανάδοχοι της έκδοσης είναι τέσσερις αμερικάνικες τράπεζες και δύο ευρωπαϊκές, οι: Goldman Sachs, JP Morgan, Morgan Stanley, HSBC, BofA Merrill Lynch και Societe Generale. Τα πενταετή ομόλογα θα είναι δικαιοδοσίας αγγλικού δικαίου.

Οι κίνδυνοι

Η κυβέρνηση επιχειρεί να εκμεταλλευθεί την συγκυρία των επιτυχών εκδόσεων σε Ιταλία και Ισπανία για να επιστρέψει στις αγορές. Ο λόγος για μία κίνηση που θεωρείται από αναλυτές απολύτως αναγκαία.

Λαμβάνει χώρα σχεδόν έναν χρόνο μετά την έκδοση του 7ετούς. Η προηγούμενη έκδοση 5ετούς έλαβε χώρα το 2014 με επιτόκιο 4,95% και τον Ιούλιο του 2017 (4,625%), ένα σημείο σύγκρισης το οποίο αναμένεται να επιχειρήσει να "αναδείξει" επικοινωνιακά η κυβέρνηση.

Ωστόσο, όπως σημειώνουν αναλυτές, η Ελλάδα επιχειρεί να επιστρέψει στις αγορές με μία ελεγχόμενη έκδοση πενταετούς ομολόγου (αντί για 10ετές που ήταν στα αρχικά σενάρια με στόχο την διαμόρφωση καμπύλης αποδόσεων) μικρής αξίας.

Παρ΄ όλα αυτά το εύρος απόδοσης της τάξης του 3,5%-3,75% που επιδιώκεται είναι κατά μία μονάδα και πάνω υψηλότερο από αυτό του 10ετούς της Ιταλίας. 

Εξηγούν ότι η επιτυχία της έκδοσης θα κριθεί και από την μελλοντική πορεία των αποδόσεων, η οποία συνδέεται και με την πορεία της οικονομίας το επόμενο διάστημα.

Συνδέεται με την πορεία των αποφάσεων για τις τράπεζες, το "κλείσιμο" της δεύτερης αξιολόγησης και με την υπόλοιπη στάση της ελληνικής κυβέρνησης.

Δηλαδή θα πρέπει να φανεί αν θα υπάρξει μία επανάληψη της αύξησης των αποδόσεων που σημειώθηκε με την έκδοση του 2017 και οδήγησαν σε ζημίες στους επενδυτές.