Στη Βουλή το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις: Μπαίνει τάξη στο χάος και την ασυδοσία

117

Στην Βουλή κατατέθηκε το νομοσχέδιο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις.

Το νομοσχέδιο καθιερώνει την υποχρέωση έγκαιρης γνωστοποίησης της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης στην κατά τόπο αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή από τον οργανωτή της. Όμως, εάν μια συνάθροιση δεν γνωστοποιηθεί δεν καθίσταται παράνομη εξ αυτού και μόνον του λόγου.

Με απόφαση του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη καθιερώνεται ειδική ιστοσελίδα. Σε αυτήν θα προσφέρεται εκ των προτέρων αλλά και σε πραγματικό χρόνο ενημέρωση προς τους πολίτες, γιια τις προγραμματισμένες μέλλουσες ή τρέχουσες εκδηλώσεις, πορείες και τις σχετικές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις.

Οι πληροφορίες θα ανατροφοδοτούνταιι συνεχώς, μέσω διάδρασης, με τη συμμετοχή των αρμόδιων αρχών αλλά και των πολιτών, προκειμένου να διευκολύνεται η ακώλυτη μετακίνησή τους, ταυτόχρονα με την τυχόν διεξαγωγή λοιπών εκδηλώσεων.

Οι ευθύνες του οργανωτή της συγκέντρωσης

Ο οργανωτής της συγκέντρωσης υποχρεούται να μεριμνά για την ομαλή διεξαγωγή της συνάθροισης όπως ορίσθηκε, με τη λήψη κάθε αναγκαίου και πρόσφορου μέτρου, να ενημερώνει τους μετέχοντες στη συνάθροιση για την υποχρέωσή τους να μη φέρουν αντικείμενα πρόσφορα για την άσκηση βίας, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μην εισχωρούν στη συνάθροιση τρίτα άτομα, ο ορισμός επαρκούς αριθμού ατόμων, τα οποία παρέχουν συνδρομή στην περιφρούρηση της συνάθροισης, να συνεργάζεται με τις αστυνομικές ή λιμενικές αρχές και να συνδράμειι στην υλοποίηση των υποδείξεών της για τα θέματα τήρησης της τάξης.

Επίσης, ορίζεται αστυνομικός ή λιμενικός διαμεσολαβητής που θα αναλάβει τον ρόλο συνδέσμου με τον οργανωτή, ώστε μέσω της άμεσης μεταξύ τους επικοινωνίας, να υπάρξει ομαλή και σύννομη διεξαγωγή της δημόσιας συνάθροισης.

Πότε απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του νομοσχεδίου, μια διαδήλωση δύναται να απαγορευτεί για λόγους δημόσιας ασφάλειας ή αν ο σκοπός της συνάθροισης αντιτίθεται στον σκοπό άλλης συνάθροισης, η οποία έχει ήδη γνωστοποιηθεί αρμοδίως κατά την προβλεπόμενη διαδικασία, δεν έχει απαγορευθεί και προγραμματίστηκε να πραγματοποιηθεί ή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στην ίδια περιοχή ή κοντά στην περιοχή αυτή και κατά τον ίδιο χρόνο ή λόγω σοβαρής απειλής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής συγκεκριμένης περιοχής, η οποία συντρέχει ιδίως όταν απειλείται από τη συνάθροιση η διατάραξη της κοινής ειρήνης ή της ασφάλειας των συγκοινωνιών.

Στη δεύτερη και στην τρίτη περίπτωση, η αστυνομική ή λιμενική αρχή δύναται να υποδεικνύει ενδεικτικά, ως εναλλακτική επιλογή, άλλες περιοχές, κατάλληλες για τη διεξαγωγή της συνάθροισης. Επιπλέον, προβλέπεται ότι η απόφαση έγκρισης ή απαγόρευσης μιας δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης κοινοποιείται στον οργανωτή εγκαίρως πριν από τον αιτηθέντα για την πραγματοποίησή της χρόνο.

Πότε μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί σε συγκέντρωση

Στο άρθρο 8 καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επιβολή περιορισμών σε επικείμενη ή εν εξελίξει δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Οι περιορισμοί δύνανται να επιβληθούν, εάν πιθανολογείται ότι η διεξαγωγή της θα διαταράξει την κοινωνικοοικονομική ζωή της συγκεκριμένης περιοχής δυσανάλογα ενώ σε περίπτωση εν εξελίξει δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης εάν η διεξαγωγή της, λόγω των συγκεκριμένων περιστάσεων, προκαλεί, αντίστοιχα, δυσανάλογο αποτέλεσμα.

Παράλληλα, το νομοσχέδιο εξειδικεύει και τους περιορισμούς που μπορούν να τεθούν κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης. Μεταξύ αυτών η κατάληψη μέρους του οδοστρώματος ή μερική διαφοροποίηση της διαδρομής, η αποβολή ατόμων από τη συνάθροιση καθώς και μέτρα κατά της παρακώλυσης της πρόσβασης σε δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς κοινής ωφέλειας και νοσηλευτικά ιδρύματα.

«Περιορισμοί, είναι ιδίως η κατάληψη μέρους μόνον του οδοστρώματος ή άλλου δημόσιου ανοικτού μη περιτοιχισμένου χώρου, η μερική διαφοροποίηση της διαδρομής κινούμενης συνάθροισης, η αποβολή και απομάκρυνση από τον χώρο της συνάθροισης ατόμων τα οποία φέρουν αντικείμενα και εκδηλώνουν συμπεριφορές που θέτουν σε διακινδύνευση την ανθρώπινη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα ή τα περιουσιακά δικαιώματα των πολιτών ή τη δημόσια περιουσία ή εμποδίζουν την ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι των συναθροισθέντων και την ομαλή εξέλιξη της συνάθροισης, καθώς και η μη παρακώλυση της κυκλοφορίας και της πρόσβασης σε δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς κοινής ωφέλειας και νοσηλευτικά ιδρύματα».

Ιδιώνυμο αδίκημα η συμμετοχή σε συνάθροιση που έχει απαγορευτεί νόμιμα

Με βάση το άρθρο 13 η συμμετοχή σε συνάθροιση που έχει απαγορευτεί νόμιμα με απόφαση της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής ή παρεμποδίζουν τη διεξαγωγή δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης θεωρείται ιδιώνυμο αδίκημα και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους. Παράλληλα, «όσοι αλλοιώνουν ή επιχειρούν να αλλοιώσουν με βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών».

Επίσης, ο οργανωτής της συγκέντρωσης θα ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας τους, από τους συμμετέχοντες στη διαδήλωση.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση:

«1. Το παρόν σχέδιο νόμου καλύπτει ένα αναμφίβολα υπαρκτό κενό στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών ελευθεριών υπό το ισχύον Σύνταγμα, και επιχειρεί να διαμορφώσει ένα σύγχρονο νομικό πλαίσιο για την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και ειδικότερα τη διενέργεια δημοσίων συναθροίσεων. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 11 του Συντάγματος, η Αστυνομία μπορεί να παρίσταται στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις, ενώ δύναται να τις απαγορεύει, αφενός, γενικά «αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια» και αφετέρου, σε ορισμένη περιοχή, «αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής» και τούτο «όπως νόμος ορίζει» (δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 11). Πρόκειται για ειδική «επιφύλαξη του νόμου», αφού από το Σύνταγμα καταλείπονται στον κοινό νομοθέτη στενά περιθώρια για ρύθμιση της άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος και για τον περιορισμό του.

2. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιδιώκεται η διασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι δημοσίως και εν υπαίθρω, εντός ενός ευλόγου θεσμικού πλαισίου, που συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας και είναι εναρμονισμένο με τις επιταγές του άρθρου 11 του Συντάγματος και του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), ώστε αφενός μεν να προστατεύεται η δημόσια ασφάλεια και να μην διαταράσσεται υπέρμετρα η κοινωνικοοικονομική ζωή ορισμένης περιοχής, αφετέρου δε να διασφαλίζεται ισόρροπα η ακώλυτη άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος των πολιτών.
Ταυτόχρονα, επιχειρείται η σαφής οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της αστυνομικής αρχής στο πλαίσιο μιας έννομης τάξης που σέβεται και υπερασπίζεται τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Για τον λόγο αυτό ρυθμίζεται το δικαίωμα όχι μόνον της οριστικής, αλλά και της προσωρινής δικαστικής προστασίας των θιγομένων από τα αστυνομικά μέτρα.

3. Επιπροσθέτως, με το Μέρος Β’επιχειρείται η συγκέντρωση σε ένα ενιαίο νομοθέτημα ενός καίριου αριθμού διατάξεων που αφορούν σε φορείς και υπηρεσίες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Η εν λόγω νομοθετική πρωτοβουλία κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να επικαιροποιηθούν διατάξεις που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις διαρκώς μεταβαλλόμενες ανάγκες, ενώ επίσης αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ζητημάτων που δυσχεραίνουν το έργο της διοίκησης. Ως γνωστόν, οι αποσπασματικές ρυθμίσεις οδηγούν σε πολυνομία, σύγχυση αρμοδιοτήτων, ανασφάλεια δικαίου και εν τέλει στη μη εφαρμογή ή πλημμελή εφαρμογή του νόμου. Στόχος της εν λόγω νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι επομένως, η επιτάχυνση και η συνοχή του διοικητικού έργου καθώς αποφεύγεται η εισαγωγή πλήθους κατακερματισμένων διατάξεων που αφορούν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη σε σχέδια νόμων έτερων Υπουργείων με τη μορφή τροπολογιών»