Στην «κατηφόρα» χωρίς «φρένα» ο Τσίπρας: Επιλέγει την πόλωση και τον διχασμό στο δρόμο προς τις Εθνικές κάλπες

170

Στην απόφασή του να διορίσει νέα ηγεσία στην κορυφή της ελληνικής Δικαιοσύνης εν μέσω προεκλογικής περιόδου προχωρά ο Αλέξης Τσίπρας παρά τις αντιδράσεις κορυφαίων συνταγματολόγων αλλά και των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Διαφωνίες τόσο ως προς την απόφαση να προχωρήσει τη δεδομένη χρονική στις αλλαγές αλλά και ως προς τα πρόσωπα που τελικά επελέγησαν από το υπουργικό συμβούλιο εξέφρασαν κατά πληροφορίες δύο υπουργοί.

Συγκεκριμένα, οι Στέργιος Πιτσιόρλας και Γιώργος Σταθάκης φέρεται να εξέφρασαν ανοιχτά τις διαφωνίες τους, θέτοντας ζητήματα δεοντολογίας αλλά και δημοκρατικής ευαισθησίας.

Μάλιστα ο κ. Πιτσιόρλας αμέσως μετά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, ανακοίνωσε την απόφασή του να μην κατέλθει ως υποψήφιος στις εκλογές της 7ης Ιουλίου και να αποχωρήσει από την πολιτική.

Ο διορισμός της νέας ηγεσίας του Αρείου Πάγου θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουλίου, καθώς η σημερινή ηγεσία του ανωτάτου δικαστηρίου συνταξιοδοτείται στις 30 Ιουνίου. Επί του παρόντος θεωρείται αδιευκρίνιστο αν ο Προκόπης Παυλόπουλος θα επικυρώσει με την υπογραφή του το Προεδρικό Διάταγμα για τον διοιρισμό των προσώπων που θα καταλάβουν τις θέσεις της προέδρου και της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου.

Κι αυτό διότι το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης και κυρίως πλείστοι όσοι συνταγματολόγοι έχουν υπογραμμίσει ότι από τη στιγμή που ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, άρα παραδέχθηκε ότι δεν έχει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος, δεν διαθέτει τη νομιμοποίηση να προχωρήσει σε διορισμό νέας ηγεσίας του Αρείου Πάγου.

Στο βαθμό που οι τοποθετήσεις στην κορυφή της Δικαιοσύνης ενεργούνται με Προεδρικό Διάταγμα, δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν στραφεί προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας καλώντας τον να μην νομιμοποιήσει αυτό που θεωρούν εκτροπή.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν πρόκειται να υπογράψει το σχετικό διάταγμα πριν έρθει η 30η Ιουνίου και αφυπηρετήσουν ο Πρόεδρος και η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

Άλλωστε, αυτό είχε πράξει και στο παρελθόν, όταν η κ. Ξένη Δημητρίου διαδέχτηκε την κ. Ευτέρπη Γκουτζαμάνη. Βέβαια, τότε η καθυστέρηση αφορούσε το να γίνει ο διορισμός αφού είχε ολοκληρωθεί η προηγούμενη θητεία και όχι την ουσία της διαδικασίας.

Ως προς το τι θα κάνει ο ΠτΔ στις 30 Ιουνίου οι γνώμες διίστανται και προφανώς και ο ίδιος θα είναι αποδέκτης πολλών και αντιτιθέμενων μεταξύ τους μηνυμάτων. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι θα επιμείνει και μετά την 30η Ιουνίου να μην υπογράφει το διάταγμα, με την επισήμανση ότι προέκυψε μέσα από μια αντισυνταγματική διαδικασία.

Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι πολύ δύσκολα ο ΠτΔ θα αρνηθεί να κυρώσει απόφαση υπουργικού συμβουλίου, γιατί αυτό θα παραβίαζε τις πραγματικές ισορροπίες που υπάρχουν ανάμεσα στην κυβέρνηση και το θεσμό της Προεδρίας της Δημοκρατίας.

Η επιλογή της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα να ολοκληρώσει τη διαδικασία αυτή παραπέμπει σε μια σαφή διάθεση πόλωσης, καθώς γνώριζαν καλά ότι θα συναντούσαν τις αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης.

Ουσιαστικά, είναι ως εάν η κυβέρνηση να θεωρεί ότι το να δείξει ότι θα κυβερνήσει μέχρι και την τελευταία στιγμή που της επιτρέπει το Σύνταγμα, θα ενισχύσει την εικόνα της ως μιας κυβέρνησης που θέλει να παράγει έργο αλλά δεν την αφήνει η αντιπολίτευση.

Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται σαφή επιλογή να κλιμακωθεί σε όλα τα επίπεδα η πόλωση και όχι μόνο στο επίπεδο των προγραμμάτων ή των προεκλογικών δεσμεύσεων. Είναι η προσπάθεια να συντηρηθεί η εικόνα των «δύο κόσμων» στην οποία έχει επενδύσει το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ.

Μόνο που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι αυτή η τακτική μπορεί να αποδώσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη σημαντική ήττα στις ευρωεκλογές και χρειάζεται να κερδίσει ξανά ένα σημαντικό τμήμα του ακροατηρίου του που επέλεξε να ψηφίσει άλλα κόμματα ή να μην προσέλθει καν στις κάλπες.

Εικόνες πόλωσης που ταυτόχρονα παραπέμπουν σε «παιχνίδια με τους θεσμούς», ανεξαρτήτως της τυπικής νομιμότητάς τους, μπορεί να οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη αποξένωση αυτών των ψηφοφόρων που είναι ούτως ή άλλως δύσπιστοι.

Ακριβώς γι’ αυτό θα περίμενε κανένας ο ΣΥΡΙΖΑ να έριχνε το βάρος στην προβολή του προγράμματος και την αποκατάσταση δεσμών με ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί, παρά στην εμπλοκή σε τέτοιου τύπου κομματικές αντιπαραθέσεις πάνω σε θεσμούς που οφείλουν να είναι εκτός της κομματικής σύγκρουσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι υπήρξαν και ηχηρές φωνές και εντός του ΣΥΡΙΖΑ και εντός του υπουργικού Συμβουλίου που εξέφρασαν την αντίθεσή τους με αυτούς τους χειρισμούς.