Συγκλονίζει ο πατροκτόνος της Ζακύνθου

157
Συγκλονίζει ο πατροκτόνος της Ζακύνθου

Συγκλονίζει η κατάθεση που έδωσε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Πάτρας ο 26χρονος Αλέξης, που τον Μάιο του 2018 πυροβόλησε και σκότωσε τον πατέρα του στη Ζάκυνθο, γιατί, όπως ισχυρίζεται, κακοποιούσε τα μικρότερα αδέρφια του.

«Δεν υπήρχε μέρα που να μην βγάλω αίμα από τη μύτη και το στόμα μου. Δεν υπήρξε μέρα που να μην δω τη μητέρα μου να σέρνεται στο πάτωμα. Στην κυριολεξία τρώγαμε ψωμί με αίμα. Δεν ήθελα να σκοτώσω τον πατέρα μου. Ο ίδιος μου δημιούργησε τον πόνο και την οργή. Δεν τον σκότωσα εγώ, αλλά η αγανάκτηση. Ο θυμός, το ξύλο που έφαγα εγώ και η οικογένεια μου, με οδήγησαν σε αυτή τη πράξη, ενώ δεν είχα πειράξει ποτέ, κανέναν», », είπε στην αρχή της απολογίας του ο 26χρονος κατηγορούμενος.

Όπως αναφέρει το thebest.gr, περιγράφοντας τα όσα βίωσε στην παιδική του ηλικία, δίπλα στον πατέρα του, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι «δεν ήταν πατέρας αλλά ένας βάρβαρος» τονίζοντας πως τον μεγαλύτερο πόνο και εξευτελισμό ένιωσε όταν έμεινε μόνος μαζί του στο σπίτι. Σύμφωνα με όσα είπε, το έδενε, τον κλείδωνε στο δωμάτιο και από την ηλικία των 10 ετών τον ανάγκαζε να κάνει σκληρές αγροτικές δουλειές.

«Με είχε κάνει έναν κανονικό τσοπάνη. Τα βράδια με έβαζε να κοιμάμαι ολόγυμνος μαζί του και πολλές φορές που ξυπνούσα τον έβρισκα κολλημένο επάνω μου. Δεν μου επέτρεπε να πάω στο σχολείο και με ανάγκαζε να ζητιανεύω στην Κυλλήνη. Κάποια πράγματα δεν ξεχνιούνται. Πώς μπορεί ένα μικρό παιδί αν ξεχάσει τον εξευτελισμό από τον ίδιο του τον πατέρα;», ανέφερε χαρακτηριστικά ο 26χρονος.

Ο ίδιος εξήγησε στο δικαστήριο πώς πήρε την απόφαση να βλέπει τα μικρότερα αδέλφια του και να βρίσκεται κοντά τους. «Ήξερα ότι βασανίζονταν όπως βασανίστηκα κι εγώ και ήθελα να τα βοηθήσω», είπε και περιέγραψε ότι κάποια στιγμή είδε την μικρή του αδελφή αναστατωμένη να του λέει πως πονάει στα γεννητικά της όργανα.

«Θυμήθηκα αυτά που είχε κάνει στην μεγάλη μου αδελφή στην οποία ασελγούσε όταν εκείνη ήταν σε ηλικία έξι ετών θυμήθηκα ότι εγώ τον έβρισκα κολλημένο πάνω μου. Κατάλαβα τι είχε συμβεί. Μου ζητούσε να του πάω την μεγάλη μου αδελφή ως γυναίκα του γιατί διαφορετικά θα μας σκότωνε όλους και μετά αυτοκτονούσε» , πρόσθεσε ο  κατηγορούμενος.

«Δεν ήξερα τι να κάνω. Ο ίδιος μου ο πατέρας με ανάγκασε να τον σκοτώσω για όσα είχα δει και είχα ζήσει. Μέχρι την τελευταία στιγμή τον έτρεμα Ποτέ δεν ένιωσα την αγάπη του πατέρα. Μου ήρθαν στο μυαλό όλες μου οι αναμνήσεις».

Ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε και στο γεγονός της αλβανικής υπηκοότητας του. Αν και ο 26χρονος γεννήθηκε στην Ελλάδα από Έλληνα πατέρα ο οποίος τον αναγνώρισε δεν ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρένων. Αυτό είναι κάτι που ανακάλυψε όταν έψαξε να μάθει το λόγο που δεν τον καλούν στον στρατό.

Ανέφερε πως όταν έγινε δικαστήριο γι΄ αυτή την υπόθεση, ο πατέρας του αρνήθηκε να παρουσιαστεί και να τον βοηθήσει με την κατάθεση του.

«Έλεγε μη με ανακατεύεται. Δε θέλω μπλεξίματα. Εγώ δεν του είχα ζητήσει ποτέ τίποτα άλλο, πάρα μόνο αυτό», ανέφερε ο κατηγορούμενος ο οποίος κατέληξε να βρίσκεται στην Ελλάδα με άδεια παραμονής ως Αλβανός υπήκοος.

Καταπέλτης ο εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή του

Καταπέλτης ήταν ο εισαγγελέας της έδρας, Παναγιώτης Μεϊδάνης, ο οποίος ζήτησε την ενοχή του κατηγορούμενου λέγοντας πως η δολοφονία δεν διαπράχθηκε εν βρασμώ ψυχής αλλά σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Ανέφερε πως από τις καταθέσεις των μικρών παιδιών του θύματος φαίνεται πως είχαν στο πρόσωπο του ειλικρινή αγάπη και τόνισε ότι δεν υπήρξαν στοιχεία σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης τους. Έκανε λόγο για εκθέσεις κοινωνικών λειτουργών που αποδόμησαν τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου.

«Είχε πάρει την απόφαση του, μέρες πριν τη δολοφονία την οποία οργάνωσε ψύχραιμα και μεθοδικά. Στόχευσε το θύμα με γεμάτη καραμπίνα και έδωσε τη χαριστική βολή, έδρασε σαν ένας ψυχρός δολοφόνος», είπε ο εισαγγελέας τονίζοντας πως ο κατηγορούμενος είναι ένοχος και ότι το χέρι του το όπλισαν πολλοί.

Όσο για το κίνητρο του δράση, είπε ότι ήταν η ντροπή, η απόρριψη και ο εξευτελισμός και η άρνηση του θύματος να βοηθήσει στο ζήτημα της ιθαγένειας του τον οδήγησαν στο έγκλημα.

«Το μίσος είναι το κίνητρο που τον οδήγησε να τον εκτελέσει με τη χαριστική βολή που σμπαράλιασε το κεφάλι του θύματος», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος μετά τη δολοφονία του πατέρα του πέτυχε και την ηθική εξόντωση του.