Τα τρία σενάρια για τον εκλογικό νόμο-Ο ρόλος του ΚΙΝΑΛ

100
Τα τελικά αποτελέσματα των Εκλογών

Ο νέος εκλογικός νόμος, που η Κυβέρνηση έχει προαναγγείλει ότι θα καταθέσει το επόμενο διάστημα, θα αποτελέσει ένα κρίσιμο πεδίο δοκιμασίας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η διάταξη του άρθρου 54 του Συντάγματος, που ορίζει ρητά, ότι για να ισχύσει στις αμέσως επόμενες Εκλογές, ένας καινούριος εκλογικός νόμος, ακριβέστερα ένα καινούργιο εκλογικό σύστημα, απαιτούνται τα 2/3 του συνόλου των βουλευτών, δηλαδή 200 βουλευτές, διαφορετικά η ισχύς του μετατίθεται για τη μεθεπόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Όπερ σημαίνει ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα διεξαχθεί με τοσύστημα της απλής αναλογικής, που ψήφισε η προηγούμενη Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με ότι τούτο σημαίνει.

Του Λευτέρη Κανά

Εδώ ακριβώς ανακύπτει ο ρυθμιστικός, που ενδέχεται να αποβεί και κομβικός ρόλος του ΚΙΝΑΛ. Τούτο δε γιατί στην προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο, στην πρώτη φάση της Συνταγματικής αναθεώρησης, το συγκεκριμένο άρθρο 54 κρίθηκε αναθεωρητέο, προς την κατεύθυνση μείωσης της ειδικής πλειοψηφίας, για την άμεση εφαρμογή του νέου εκλογικού συστήματος, από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, από τα 2/3 στα 3/5, δηλαδή στους 180 βουλευτές.

Με δεδομένο, όμως, ότι η αλλαγή της σχετικής Συνταγματικής διάταξης, έγινε με απλή πλειοψηφία, τούτο σημαίνει ότι στην παρούσα σύνθεση της Βουλής, απαιτούνται 180 ψήφοι βουλευτών, για την αναθεώρησή της.

Η ψήφος της 7ης Ιουλίου έφερε έτσι τα πράγματα και τους κοινοβου-λευτικούς συσχετισμούς, ώστε ο μαγικός αριθμός των 180, να μπορεί να προκύψει μόνο από το άθροισμα των 158 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας και των 22 του ΚΙΝΑΛ!

Στη Χαριλάου Τρικούπη έχουν ξεκαθαρίσει ότι είναι διατεθειμένοι να συμβάλουν σε μια αλλαγή του εκλογικού συστήματος, της απλής αναλογικής, που είχε ψηφίσει η προηγούμενη κυβέρνηση, θέτοντας όμως κάποιες προϋποθέσεις.

Όπως στο θέμα του μπόνους εδρών, στο πρώτο κόμμα, που κατά τη γνώμη των επιτελών της Χαριλάου Τρικούπη, δε θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να υπερβαίνει τις 40 έδρες.

Επίσης, δεν υπάρχει περίπτωση, να δεχθούν το γερμανικό μοντέλο, ένα μικτό σύστημα, που προβλέπει την εκλογή μεγάλου αριθμού βουλευτών, από μονοεδρικές περιφέρειες. Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με έμπειρα στελέχη του ΚΙΝΑΛ, θα οδηγούσε στην ενίσχυση του δικομματικού μοντέλου, καθώς «οι πολίτες συνήθως ψηφίζουν πρώτα κόμματα και μετά πρόσωπα».

Παρά ταύτα η εντύπωση που φαίνεται να κυριαρχεί στους κόλπους της παράταξης, είναι πως ο πρωθυπουργός, είναι πολύ πιθανό να πάρει το ρίσκο, εισαγωγής του γερμανικού μοντέλου, έστω με κάποιες προσαρμογές στην εγχώρια πραγματικότητα, όπως το γεωγραφικό ανάγλυφο της χώρας, καθώς οι βασικές παράμετροι αυτού του συστήματος, είναι συμβατές με τη γενικότερη πολιτική του κοσμοθεωρία.

Σε συνέχεια των ανωτέρω, διατυπώνεται η μάλλον απαισιόδοξη εκτίμηση, ότι ενδεχομένως, στο Μέγαρο Μαξίμου να «ωριμάζει» η ιδέα διατήρησης του σημερινού καθεστώτος, πιστεύοντας ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν το ρίσκο μιας επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, με το σύστημα της απλής αναλογικής, όπως το ψήφισε η προηγούμενη κυβέρνηση.

Πιστεύουν ότι και σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η Νέα Δημοκρατία θα διατηρήσει την πρωτοβουλία και τον ηγεμονικό της ρόλο, με κύριο ατού, τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αλλά και της πραγματικής οικονομίας, με άμεση θετική επίπτωση στην καθημερινότητα των πολιτών, κάτι που προεξοφλούν ότι θα συμβεί στο επόμενο διάστημα, παραβλέποντας όμως απρόβλεπτους παράγοντες, όπως η νέα παγκόσμια ύφεση, που βρίσκεται προ των πυλών.

Σύμφωνα με αυτό το σενάριο και με βάση τις αισιόδοξες παραδοχές του, η Νέα Δημοκρατία μπορεί να ανταπεξέλθει με άνεση, στο πιθανό ενδεχόμενο διπλής εκλογικής αναμέτρησης, κατά το προηγούμενο του 2012, καθώς θα αναπαραγάγει, όπως πιστεύουν στο Μαξίμου, το καθαρό προβάδισμα, που κατέκτησε στις 7 Ιουλίου.

]Σε μια τέτοια περίπτωση, βέβαια, η κυβέρνηση θα προχωρήσει σύμφωνα με το δικό της σχεδιασμό. Εκτιμάται μάλιστα ότι η ασυνήθης ταχύτητα με την οποία η κυβέρνηση προωθεί την υλοποίηση του νομοθετικού έργου και των γενικότερων δράσεων της, εξυπηρετεί αυτόν ακριβώς το σχεδιασμό.

Στην κυβέρνηση, δεν έχουν ανοίξει ακόμη τα χαρτιά τους. Σύμφωνα, ωστόσο, με όσα έχουν προκύψει μέχρι τώρα από το ρεπορτάζ, κυκλοφορούν τρία βασικά σενάρια.

Φαίνεται, σύμφωνα μ’ αυτά, ότι η κυβέρνηση κλίνει προς την υιοθέτηση του λεγόμενου γερμανικού μοντέλου, όπου οι μικρότερες- διεδρικές, τριεδρικές ή και τετραεδρικές-περιφέρειες μετατρέπονται σε μονοεδρικές. Με τον τρόπο αυτό, όπως τονίζεται, αποκτά μεγάλη σημασία ο ρόλος των προσώπων, που ζητούν την ψήφο των πολιτών.

Παραβλέπεται, όμως, πως με την αύξηση των μονοεδρικών περιφερειών, το σύστημα διολισθαίνει προς το πλειοψηφικό, ενισχύοντας εξ ορισμού το δικομματισμό, αλλά και τον αρχηγικό χαρακτήρα, ειδικά των κομμάτων εξουσίας.

Πιο συναινετική εμφανίζεται η κυβέρνηση, στο θέμα του μπόνους. Όπως προκύπτει και από σχετικές δηλώσεις του υπουργού Εσωτερικών, έχει γίνει δεκτό πως η αδιαφοροποίητη εφαρμογή του μπόνους των 50 εδρών, που προέβλεπε ο «νόμος Παυλόπουλου», ανεξάρτητα από το ποσοστό του πρώτου κόμματος, δημιουργούσε στρέβλωση.

Έτσι, φαίνεται πως γίνεται δεκτή η βάση της πρότασης του ΚΙΝΑΛ, για θέσπιση κατώτατου ορίου, με κλιμακωτή αύξηση του, ανά μονάδα και έδρα, μέχρι ένα συμφωνημένο «ταβάνι». Στη βάση αυτή δε φαίνεται πιθανή η επαναφορά του μπόνους των 40 εδρών, ανεξαρτήτως ποσοστού, που πρόβλεπε ο «νόμος Σκανδαλίδη».

Ωστόσο, συζητείται σε αντιστάθμισμα της μείωσης του μπόνους, η αύξηση του ορίου εισόδου στη Βουλή, που σήμερα είναι στο 3%, κατά μία ή και δύο ποσοστιαίες μονάδες.

Μία τέτοια αύξηση, θα ευνοούσε το πρώτο κόμμα, πριμοδοτώντας το έμμεσα, αφού θα αυξάνονταν, εκ των πραγμάτων, το αθροιστικό ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων, διευκολύνοντας την απόκτηση αυτοδυναμίας.

Θα οδηγούσε όμως σε σοβαρό έλλειμμα αντιπροσώπευσης, αποκλείοντας σε μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος, τη δυνατότητα κοινοβουλευτικής έκφρασης. Γι’ αυτό και αναμένεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.

Προβληματισμό, επίσης, έχει προκαλέσει η διαφαινόμενη πρόθεση της κυβέρνησης, να αυξήσει τον αριθμό των βουλευτών Επικρατείας, από 12 σε 20, με δικαιολογητική βάση την επέκταση του δικαιώματος ψήφου στους ομογενείς. Εδώ βέβαια προκύπτει ένα ερώτημα, για το αν θα έρθει ταυτόχρονα και το νομοσχέδιο για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού και πως θα αντιμετωπίζει κρίσιμες παραμέτρους του εν λόγω θέματος.

Ευχής έργο θα ήταν, βέβαια, να υπάρξει η μέγιστη δυνατή συναίνεση, ώστε να προκύψει ένα εκλογικό σύστημα, που θα αντέχει στο χρόνο και στις εναλλαγές κυβερνήσεων.

Γιατί, δυστυχώς, η εκλογική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, δείχνει το εντελώς αντίθετο. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1926, οπότε καταργήθηκε το «σφαιρίδιο» και το πλειοψηφικό, μέχρι σήμερα, έχουν εφαρμοστεί 14 διαφορετικά εκλογικά συστήματα, καθώς οι εκάστοτε κυβερνήσεις προσάρμοζαν το εκλογικό σύστημα, στα μέτρα τους.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το 1926, εφαρμόστηκε σύστημα απλής αναλογικής, αλλά με την προσθήκη του +1, που επαναλήφθηκε, σε πιο απλοποιημένη μορφή, σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, από το 1932 μέχρι το 1951, αφήνοντας μάλλον δυσάρεστες αναμνήσεις, αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα.

Στην ιστορία όμως έχει μείνει το περίφημο «τριφασικό» σύστημα, που εφάρμοσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1958, μια επιλογή που προκάλεσε διάσπαση στο τότε κυβερνών κόμμα, της ΕΡΕ.

Επρόκειτο, όπως προκύπτει από την ετυμολογία, για «τρία συστήματα σε ένα», που επέτρεψε στο κυβερνών κόμμα να κατακτήσει άνετη πλειοψηφία σε έδρες, ενώ υπολειπόταν σε ψήφους…..

  • Δημοσιεύτηκε στο «Καρφί» του Σαββατοκύριακου