Τα «χρυσά εισιτήρια» της ελληνικής οικονομίας για τις Αγορές από τους Οίκους ξεκίνησαν με τη Fitch

248

Στην αναβάθμιση της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικης αξιολόγησης της Ελλάδας προχώρησε ο οίκος Fitch, που δεν περιορίστηκε στην επί τα βελτίω αναθεώρηση της προοπτικής (outlook), από σταθερή σε θετική, αλλά προχώρησε και στην τοποθέτηση του ελληνικού αξιόχρεου σε υψηλότερη βαθμίδα [στο BB από ΒΒ-].

Ανοίγοντας την κούρσα των αξιολογήσεων από τους οίκους, κάνει καλό ποδαρικό, δίνοντας «χρυσό εισητήριο» για έξοδο της Ελλάδας στις αγορές και δανεισμό με ακόμη ευνοϊκότερους όρους.

Στους βασικους λόγους για τους οποίους προχώρησε στην κίνηση αυτή η Fitch αναφέρει τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, στην οποία συμβάλει και η πολιτική σταθερότητα, τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την υπεραπόδοση έναντι των στόχων στο δημοσιονομικό πεδίο.

Ο οίκος προσθέτει επίσης ότι οι θετικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία αντανακλούν τις βελτιούμενες προσδοκίες για πολιτική σταθερότητα και εφαρμογή των απαραίτητων πολιτικών μετά τις εκλογές του Ιουλίου, καθώς και την αυξανόμενη πεποίθηση ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης θα συνεχίσει να υποχωρεί με σταθερό ρυθμό.

Η Fitch σημειώνει ότι η ελληνική κυβέρνηση, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, προχώρησε με ταχείς ρυθμούς στη μείωση των φορολογικών συντελεστών και ξεκίνησε να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ποιότητας ενεργητικού του τραπεζικού τομέα. ενώ καταβάλλει επίσης προσπάθειες για να δώσει νέα ώθηση στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων.

Ο οίκος επισημαίνει ότι οι εξελίξεις αυτές στηρίζουν τις μακροοικονομικές προοπτικές της Ελλάδας και ενισχύουν την πεποίθηση, ότι η σχέση της με τους Ευρωπαίους πιστωτές της θα παραμείνει εποικοδομητική.

Όπως τονίζει η Fitch, επί του παρόντος, η εκτίμησή της, για τον ρυθμό αύξηση του ΑΕΠ, παραμένει αμετάβλητη, στο 1,2%, αλλά, προσθέτει, ότι η απτή πρόοδος που επιτυγχάνεται επί της πολιτικής ατζέντας της κυβέρνησης (με στόχο τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και την προσέλκυση επενδύσεων) θα μπορούσε να στηρίξει μεσοπρόθεσμα τη βελτίωση του ρυθμού ανάπτυξης.

Σύμφωνα με έκθεση της αμερικάνικης τράπεζας Citi, όλοι οι οίκοι έχουν ήδη ανακοινώσει το ημερολόγιο των reviews τους, με όλες τις χώρες της περιοχής του ευρώ να αναμένεται να δεχτούν δύο αξιολογήσεις, με εξαίρεση τις Γερμανία, Φινλανδία και Ιταλία, για τις οποίες η Fitch έχει προγραμματίσει τρία reviews.

Η αμερικάνικη τράπεζα ξεχωρίζει στη συνέχεια την Πορτογαλία και την Ελλάδα καθώς όπως επισημαίνει είναι οι δύο χώρες που από νωρίς μέσα στο έτος θα δουν τις πρώτες τους αναβαθμίσεις.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η Citi τονίζει ότι αναμένει πολλαπλές αναβαθμίσεις από τους τέσσερις οίκους το 2020. Όπως έχει σημειώσει και στο πρόσφατο παρελθόν, οι οίκοι θα προχωρήσουν σε αναβαθμίσεις της Ελλάδας αυτό το έτος, δεδομένων των ισχυρών θεμελιωδών μεγεθών.

Και αν το κάνουν (κατά τρεις ή τέσσερις βαθμίδες), η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί σε όρους ρευστότητας από την ένταξη των ομολόγων στους δείκτες επενδυτικής βαθμίδας καθώς και στο QΕ. Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι είναι πολύ πιθανό να σημειωθεί απότομη και μεγάλη συρρίκνωση των ελληνικών spreads, εκτιμώντας πως στο δ' τρίμηνο του 2020 η απόδοση του ελληνικού 10ετούς θα βρεθεί στο 0,70% και το spread έναντι της Γερμανίας στις 100 μ.β.

Όπως υπογραμμίζει η αμερικάνικη τράπεζα, σε ό,τι αφορά το α' εξάμηνο η Fitch θα ξεκινήσει τον χορό των αξιολογήσεων της Ελλάδας και συγκεκριμένα στις 24 Ιανουαρίου, ακολουθούν οι S&P και DBRS στις 24 Απριλίου (διπλή αξιολόγηση σε μία ημέρα) και η Moody’s στις 8 Μαΐου.

Αξίζει να σημειώσουμε πως σε ό,τι αφορά το β' εξάμηνο τρεις είναι οι κρίσιμες Παρασκευές για τη χώρα μας καθώς η δεύτερη προγραμματισμένη αξιολόγηση της Fitch για την Ελλάδα αναμένεται στις 24 Ιουλίου, οι S&P και DBRS δίνουν και πάλι την ίδια ημέρα το δικό τους review για τη χώρα μας στις 23 Οκτωβρίου, και τέλος, η Moody’s αναμένεται να ανακοινώσει την δεύτερη "ετυμηγορίας" της στις 6 Νοεμβρίου.

Υπενθυμίζεται πως αυτή τη στιγμή η Standard & Poor’s, η Fitch και η DBRS διατηρούν την Ελλάδα τρία σκαλοπάτια κάτω από την επενδυτική βαθμίδα, ενώ η Moody’s εμφανίζεται ως η πιο "αυστηρή", βαθμολογώντας τη χώρα μας τέσσερις βαθμίδες κάτω από το investment grade.