Τάζουν πολλά, να δούμε τι θα ισχύσει τελικά…

139
Οι προσωπικές ευθύνες του Τσίπρα για το Κράτος της Ανομίας

Υπό την πίεση των εκλογών οι δύο διεκδικητές της εξουσίας έριξαν το ιδιαίτερο βάρος τους στις ομιλίες στη ΔΕΘ στο θέμα της μείωσης των φόρων και των κάθε λογής εισφορών.

Ο Α. Τσίπρας εσχάτως ανακάλυψε ότι η μεσαία τάξη έχει πιεστεί υπέρμετρα. Όμως ο επί των οικονομικών υπουργός του στο πρόσφατο παρελθόν είχε δηλώσει, ότι υπήρξε συνειδητή επιλογή η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης.

Του Τάσου Παπαδόπουλου

Ήταν απλά μια ταξική επιλογή. Κι αυτό μπορεί κανείς να το διαπιστώσει από την ανθρωπογεωγραφία των μελών του υπουργικού συμβουλίου τους 44 μήνες της διακυβέρνησης Συριζανελ. Από του 95 που πέρασαν από του υπουργικού θώκους οι 55 προέρχονται από το ΚΚΕ.

Οι υπόλοιποι προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ, τους ΑΝΕΛ, και ολίγον ΝΔ, ενώ ελάχιστοι είναι αυτοί που έχουν ρίζες στο ΚΚΕ εσωτ. και ΕΑΡ στη συνέχεια.

Πέρα από την ταυτότητα απόψεων σε ότι αφορά την μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% και την σταδιακή μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων από το 29% στο 25%, ακούσαμε και κάποια αυτονόητα στις εξαγγελίες Μητσοτάκη, που δεν τα είδαμε στις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες κυβερνητικές τοποθετήσεις.

Όπως για παράδειγμα η καθιέρωση 120 δόσεων για τους οφειλέτες στο Δημόσιο και τα ασφαλιστικά Ταμεία, με δεδομένο ότι 4 στους 5 οφείλουν μικροποσά της τάξεως των 3.000-5.000 ευρώ.

Μπορεί ο Α. Τσίπρας να μας έλεγε προεκλογικά το 2014 ότι ο ΕΝΦΙΑ δεν διορθώνεται, καταργείται, όμως έπραξε το αντίθετο, αυξάνοντάς τον, ενώ πρόσφατα στην προσπάθεια να τον συνδέσει με τις νέες αντικειμενικές αξίες έκανε, τα πράγματα χειρότερα για τους διαμένοντες στις λεγόμενες λαϊκές γειτονιές.

Από την πλευρά του ο Κ. Μητσοτάκης εξήγγειλε πέρα από τις μειώσεις, την μεταφορά του ΕΝΦΙΑ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, κάτι αυτονόητο που δεν έκανε ο Α. Σαμαράς με αποτέλεσμα πολλοί να τον καταψηφίσουν πιστεύοντας στις αυταπάτες του Α. Τσίπρα.

Και οι δύο μονομάχοι υποσχέθηκαν νέες θέσεις εργασίας, που θα μειώσουν δραστικά την ανεργία και θα αποτελέσουν κίνητρο για την επάνοδο όσων πήραν των ομματιών τους και έφυγαν από τη χώρα, στην διάρκεια της οκταετούς κρίσης. Ακόμη δεν ακούσαμε τίποτα για το κόστος των παροχών και ποιος θα πληρώσει τελικά το μάρμαρο.

Για το ασφαλιστικό ο Κ. Μητσοτάκης είπε ότι θα καταργήσει το νόμο Κατρούγκαλου και παρουσίασε ένα μεικτό σύστημα ιδιωτικής και δημόσιας ασφάλισης που θα περιλαμβάνει Εθνική Σύνταξη και σε ότι αφορά το Επικουρικό, ελευθερία επιλογής ανάμεσα σε δημόσια και ιδιωτικά Ταμεία.

Για το θέμα αυτό η πλευρά Τσίπρα εμφανίζει όπως το συνηθίζει άλλωστε μια ακόμη αντίφαση. Μέχρι πριν έξι μήνες το ασφαλιστικό δεν ήταν βιώσιμο και έπρεπε να μειωθούν οι συντάξεις κατά 1% που μεταφράζεται σε 18% για τους παλαιούς συνταξιούχους, που κατά Τσίπρα δεν θα επιβαρύνουν για πολύ μια, και αφορούν εβδομηντάρηδες που σύντομα θα αποδημήσουν εις Κύριον.

Τώρα μας λέει ότι τα Ταμεία είναι πλεονασματικά και δεν χρειάζονται οι μειώσεις. Το διαφαινόμενο πολιτικό κόστος τον έκανε να αλλάξει γνώμη.

Το ζητούμενο είναι αν οι νέες θέσεις εργασίας θα διογκώσουν τον δημόσιο τομέα, κάτι που κάνει συστηματικά ο ΣΥΡΙΖΑ με τις οκτάμηνες συμβάσεις σε Δημόσιο , Δήμους και ΔΕΚΟ, ή αν θα υπάρξουν παραγωγικές επενδύσεις, που θα προσφέρουν νέες θέσεις εργασίας.

Γιατί στην πρώτη περίπτωση θα έχουμε νέα φορολογικά βάρη για τους πολίτες και ένα κράτος δυσλειτουργικό, γραφειοκρατικό, αναποτελεσματικό και αναπόφευκτα με κρούσματα διαφθοράς, ενώ αν η ανεργία αν καταπολεμηθεί μέσω της ανάπτυξης, θα υπάρξει παραγωγικό αποτέλεσμα το οποίο δεν θα επιβαρύνει τους φορολογούμενους και θα βελτιώσει δραστικά τα οικονομικά μεγέθη της χώρας, από το ισοζύγιο πληρωμών, έως την αύξηση του ΑΕΠ.

Στο θέμα του Δημοσίου που είναι ο μεγάλος ασθενής στη χώρα μας, ο Α. Τσίπρας μίλησε γενικώς και αορίστως για μετάβαση στην ψηφιακή εποχή, για κινητικότητα και για το νέο σύστημα επιλογής των προϊσταμένων.

Από την πλευρά του ο Κ. Μητσοτάκης υποσχέθηκε μικρό, ψηφιακό και αποτελεσματικό κράτος, επαναλαμβάνοντας την ρητή υπόσχεση ότι δεν θα γίνουν απολύσεις.

Αντίθετα δεν είπε τίποτα για το πώς οραματίζεται την Ελλάδα του 2021 με την επέτειο των 200 ετών από την ίδρυση του κράτους με την σημερινή του μορφή.

Και από τους δύο μονομάχους δεν ακούσαμε πως αυτό το γραφειοκρατικό κράτος θα ξεχωρίσει την ήρα από το στάχυ, προκειμένου να αποκτήσει η χώρα Δημόσιο, που θα προστατεύει αφενός τα συμφέροντα της Πολιτείας, αλλά παράλληλα θα λειτουργεί χάριν του πολίτη και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ένα κράτος που θα σέβεται ο πολίτης και λειτουργήσει προς χάρη του και για χάρη του.

Με δυο κουβέντες ένα κανονικό κράτος, ανάλογο με αυτά των υπολοίπων 27 της ΕΕ και όχι κάτι που είναι πέρα και από τα τριτοκοσμικά…