Το τελευταίο χαρτί του Τσίπρα - Η απεγνωσμένη προσπάθεια του «ηγέτη» να βρει ακροατήριο

184

«Εν ου παικτοίς», για κάθε σοβαρό δημοκρατικό κόμμα και για κάθε κοινωνία που είναι συντεταγμένη και λειτουργεί με βάση το νόμο, αποφάσισε, τελευταίο του χαρτί, να «παίξει» ο Αλέξης Τσίπρας στην απεγνωσμένη προσπάθεια του να βρει με οποιοδήποτε κόστος ένα επαρκές ακροατήριο για τις ιδεοληψίες του, μήπως και καταφέρει να αλλάξει την ατζέντα.

Του Χρήστου Υφαντή

Η κάθε μορφής βία, ειδικά η βία των δρόμων και των πλατειών και η ανάδειξη της σε κυρίαρχη παράμετρο της πολιτικής επικοινωνίας είναι η τελευταία επιλογή που  απόμεινε στον «ηγέτη» πριν ακόμη και οι δικοί του ξεκινήσουν τις διαδικασίες να τον αντικαταστήσουν, λόγω πανθομολογούμενης ανικανότητας του να συλλάβει καν τη συγκυρία, πόσο μάλλον να την διαχειριστεί πολιτικά ή να την αλλάξει.

Τα δεδομένα είναι απλά: από τις εκλογές ως τα σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει εικόνα εξαϋλωμένου κομματικού σχηματισμού με επικεφαλής ένα δεδομένο πολιτικό γκαφατζή που σέρνεται πίσω από διάφορα επεισόδια της συγκυρίας. Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ μιλάνε, χωρίς κανένας να τους δίνει σημασία, ψάχνουν να κάνουν φασαρία και οι υπόλοιποι απλώς κουνάνε βαριεστημένα το χέρι τους, επιχειρούν να αναδείξουν ζητήματα και η κοινωνία αλλάζει κανάλι.

Όσες φορές ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να παρέμβει στις εξελίξεις και αν ασκήσει πραγματική πολιτική συνάντησε την πλήρη αδιαφορία των πολιτών ου μην και την εχθρότητα τους, καθώς όλες οι πρωτοβουλίες του δείχνουν να απορρέουν από πολιτικές του 190υ αιώνα και εμφανίζονται εξαιρετικά ανίσχυρες και αδύναμες να αντιπαρατεθούν στις κυβερνητικές προτεραιότητες, όπως αυτές ασκούνται στην καθημερινότητα.

Δεν είναι τυχαίο πως ενάμισι χρόνο μετά τις εκλογές και με τη χώρα και την κοινωνία να αντιμετωπίζουν τεράστιες προκλήσεις σε σειρά κορυφαίων ζητημάτων οι προσδοκίες του Τσίπρα να διεκδικήσει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Το τελευταίο εγχείρημα να παρουσιάσει την πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την πανδημία, μέσω μιας τηλεδιάσκεψης δεκάδων επιστημόνων και ειδικών, κατέληξε σε ένα ακόμη τεράστιο φιάσκο, καθώς το μόνο που προέκυψε από την εκδήλωση ήταν (για μια ακόμη φορά) ένας ακραίος κρατισμός, που κατέληξε σε προτάσεις για δεκάδες χιλιάδες μόνιμες προσλήψεις στο ΕΣΥ και νέες ουκ έστιν αριθμός ΜΕΘ, έτερον ουδέν.

Η βία των δρόμων, οι ανέξοδες και χωρίς κανένα κόστος αιτιάσεις των κάθε είδους δικαιωματιστών, οι ιδεοληψίες περί της φύσης της δημοκρατίας μας και οι άμεσοι και πανεύκολοι, στο μυαλό αλλοπαρμένων  επαναστατών της δεκάρας, συσχετισμοί της με στρατιωτικά καθεστώτα είναι (μάλλον ήταν) το τελευταίο οχυρό του Τσίπρα, ο χώρος εντός του οποίου αισθάνεται ασφαλής να αναπτύξει τις ιδεοληψίες του και να ασκήσει μια πολιτική που την ξέρει, επειδή με αυτή μεγάλωσε κι αυτή τον έκανε πρωθυπουργό.

Δυστυχώς για τον ίδιο αποδείχθηκε ολίγιστος να διαβάσει καν τη σημερινή πραγματικότητα και να αντιληφθεί πως οι παλιές καλές εποχές των ντούρων δικαιωματιστών πέρασαν ανεπιστρεπτί και η κοινωνία έχει οδηγηθεί σε διαφορετικές αναγνώσεις της εμμονικής αριστερής και αδιέξοδης πολιτικής των προηγούμενων δεκαετιών. Η επένδυση του στην υπόθεση της «απεργίας» πείνας και δίψας (!!!) του Δημήτρη Κουφοντίνα ξεκίνησε ως ένα ακόμη αριστερό ταρατατζούμ, ως πεδίο δόξης λαμπρό για τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ και αποδείχθηκε, πολύ σύντομα, ένας προνομιακός χώρος για την κυβέρνηση, δηλαδή μια ακόμη καταστροφική επιλογή για τον «ηγέτη».

Ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έχασε το timing από τους μπαχαλάκηδες της ακροαριστερής εκδοχής του κόμματος του, σύρθηκε σε μια de facto υπεράσπιση της τρομοκρατίας αντί για την υπεράσπιση δήθεν ενός απεργού πείνας, παρουσιάστηκε εξαιρετικά αδύναμος να αντιμετωπίσει τη θεσμική κανονικότητα στην οποία επένδυσε η κυβέρνηση και έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του όταν ο ίδιος ο Κουφοντίνας «έκοψε ρόδα μυρωμένα» από την απεργία, την πείνα και τη δίψα, ξέχασε όλα τα αιτήματα του και δέχθηκε να σιτιστεί κανονικά, επειδή «αριστερός δηλώνει, όχι ηλίθιος».

Τα επεισόδια (όπως στα social media παρουσιάζονται) στη Ν. Σμύρνη είναι το νέο «κοφινάκι» του Αλέξη Τσίπρα, το γεγονός που τον κρατάει ζωντανό στο πολιτικό παιχνίδι και του επιτρέπει να ασκήσει πολιτική με βάση το συναίσθημα, καθώς οι επενδύσεις του στη λογική της κοινωνίας αποδείχθηκαν από ανεπαρκείς έως αστείες.

Όσα συνέβησαν στην πλατεία αλλά και μετά στους δρόμους της πόλης προσέφεραν στον σκληρά δοκιμαζόμενο Τσίπρα μια μικρή μεν, επαρκή δε ευκαιρία να ανασάνει από την πίεση που του ασκείται από την κανονική πολιτική (εκεί όπου ηττάται συνεχώς) και την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να διαμορφώσει ένα νέο κίνημα των δρόμων και των πλατειών, όπως το προηγούμενο της περιόδου 2012/2015, να καβαλήσει ένα νέο κύμα αγανάκτησης και να αποκτήσει νόημα η πολιτική του ύπαρξη.

Γι’ αυτό το λόγο θα επιμείνει να αναδεικνύει τις κυβερνητικές ευθύνες σε ανάλογα επεισόδια, να διασυνδέει την (προσωπική πολλές φορές) βία που εκδηλώνεται σποραδικά από μεμονωμένους αστυνομικούς κατά των διάφορων κινημάτων όταν χάνεται στην ένταση της αντιπαράθεσης ο κοινός νους και να απαιτεί παραιτήσεις και δημόσιες συγνώμες για να ικανοποιήσει ένα εξαιρετικά περιορισμένο ακροατήριο, το τελευταίο που του έχει απομείνει να τον ακολουθεί ή να πιστεύει ότι μπορεί να το ελέγξει και να το καθοδηγήσει.