Χωρίς πρόγραμμα, ηττοπάθεια, πόλωση και «δανεικές» ιδέες ο ΣΥΡΙΖΑ προς τις κάλπες της 7ης Ιουλίου

113

Τρεις εβδομάδες πριν τις κάλπες της 7ης Ιουλίου, το κυβερνών κόμμα μπροστά στο φάσμα της εκλογικής συντριβής και στην προσπάθεια να μικρύνει τη διαφορά από τη ΝΔ κινείται έχοντας σαν βάση τρεις άξονες: τι πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ, ποιους κινδύνους εγκυμονεί η υπερψήφιση της ΝΔ και τι σκοπεύει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ εάν επανεκλεγεί.

Ακόμη και έτσι λείπει από το πρόγραμμα εκείνο το συνεκτικό στοιχείο, το «αφήγημα» και αποπνέει πολύ περισσότερο το άγχος να υπάρχουν εξαρχής καταγραμμένες υποσχέσεις που να ακούγονται αρκούντως θελκτικές για το εκλογικό ακροατήριο.

Ας ξεκινήσουμε από τη βασική απουσία του συγκεκριμένου προγράμματος: δεν υπάρχει καμία ουσιαστική αναφορά στο πώς όλα αυτά συνδέονται με το γεγονός ότι η χώρα μας βρίσκεται υπό ενισχυμένη εποπτεία από τη μεριά των ευρωπαϊκών θεσμών και έχει αναλάβει πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις ως προς τη δημοσιονομική πειθαρχία και τα πρωτογενή ελλείμματα.

Τόσο οι δεσμεύσεις για μείωση της φορολογίας όσο και τα μέτρα εκείνα που περιλαμβάνουν και αύξηση της δημόσιας δαπάνης, ξεκινώντας από την αύξηση της δημόσιας επενδυτικής δαπάνης, συνεπάγονται πραγματική δυσκολία να επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς για την περίοδο μετά το τέλος των μνημονίων.

Θυμίζουμε ότι ήδη έχουν υπάρξει προειδοποιήσεις από τη μεριά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για κίνδυνο «δημοσιονομικών αποκλίσεων» με βάση τα μέτρα που ήδη ανακοίνωσε και ψήφισε τη κυβέρνηση.

Μόνο που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έρχεται π.χ. να υποστηρίξει ότι θα πετύχει ένα πλαίσιο αναδιαπραγμάτευσης των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων της χώρας που θα εξασφαλίσουν το δημοσιονομικό χώρο για τις προτάσεις του.

Ούτε καν αναφέρει μια πρόβλεψη για τους ρυθμούς ανάπτυξης σε βάθος χρόνου και σε συνεκτίμηση με το μάλλον δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον, για να δικαιολογήσει πώς θα μπορούσαμε να έχουμε όντως το περιθώριο για την άσκηση μιας τέτοιας πολιτικής.

Παρότι η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πατάει πάνω στα περιφερειακά αναπτυξιακά συνέδρια που έγιναν πέρσι, το αποτέλεσμά τους ήταν μάλλον ισχνό. Αυτό φάνηκε και στο «Αναπτυξιακό Σχέδιο» που κατέθεσε στην πορεία για το «τέλος των μνημονίων» που σε μεγάλό βαθμό αναπαρήγαγε τους γενικούς δημοσιονομικούς στόχους και ένα γενικόλογο ευχολόγιο για την ανάπτυξη, την απασχόληση και τις επενδύσεις.

Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει στον ίδιο μοτίβο. Διεκδικεί το διπλασιασμό των άμεσων ξένων επενδύσεων, χωρίς να διευκρινίζει με ποιο τρόπο θα γίνει αυτό. Αρκεί να σκεφτούμε ότι μέχρι τώρα η όποια αύξηση υπήρξε στις άμεσες ξένες επενδύσεις σε μεγάλο βαθμό ήρθε από ιδιωτικοποιήσεις εταιρειών του δημοσίου (στους εθνικούς λογαριασμούς η εξαγορά μιας δημόσιας επιχείρησης ή η πώληση τμήματος του μετοχικού κεφαλαίου, μετριέται ως άμεση ξένη επένδυση). Αυτό εννοεί και τώρα; Ή έχει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κάτι πιο συγκεκριμένο να προτείνει για πώς όντως θα προσελκυστούν αυτές οι ξένες επενδύσεις και σε ποιους τομείς.

Το ίδιο ισχύει και για το γενικόλογο στόχο για αύξηση των εξαγωγών στο 50% του ΑΕΠ (το 2017 ήταν στο 33%, αναφερόμαστε σε εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών), που δεν ορίζεται ούτε από ποιους τομείς, ούτε γύρω από ποια προϊόντα και υπηρεσίες θα επιτευχθεί.

Ανάλογα γενικόλογοι είναι οι στόχοι για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καθώς δεν εξηγείται με ποιο τρόπο και ποιο σχέδιο θα προωθηθούν.

Κεντρική θέση είχε στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ η πρόταση για δημιουργία άλλων 500.000 θέσεων εργασίας μέσα στην επόμενη τετραετία που θα προστεθούν στις 380.000 που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι δημιούργησε μέχρι το τέλος του 2018 (για την ακρίβεια με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2018 ο αριθμός των απασχολούμενων αυξήθηκε κατά 290.000 και ο αριθμός των ανέργων μειώθηκε κατά 361.000).

Το ερώτημα είναι με ποιο τρόπο θα έχουμε μια τόσο μεγάλη αύξηση του ρυθμού υποχώρησης της ανεργίας. Και ο λόγος είναι ότι τόσο μεγάλη αύξηση της απασχόλησης από δύο παραμέτρους καθορίζεται: η μία αφορά το γενικό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, όπου η κυβέρνηση προεξοφλεί ότι θα είναι εντυπωσιακός παρότι η παγκόσμια οικονομία είναι σε επιβράδυνση με ανοιχτό το ενδεχόμενο ύφεσης· και η άλλη αφορά προφανώς μια μεγάλη αύξηση της δημόσιας δαπάνης (δηλαδή ένα εκτεταμένο πρόγραμμα διορισμών και προσλήψεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα), που όμως και πάλι προσκρούει πάνω στις απαιτήσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Προφανώς εργαλεία υπάρχουν και μέσα από ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως είναι π.χ. τα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας, οι συμβάσεις των οποίων θα γίνουν 12μηνες αντί για 8μηνες που είναι σήμερα.

Όσο για την αύξηση του κατώτατου μισθού τα επόμενα δύο χρόνια, έχουμε να κάνουμε για μια κλασική προεκλογική υπόσχεση, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι κάθε φορά η κυβέρνηση θα πρέπει να δικαιολογεί με βάση ποια δεδομένα προτείνει την αύξηση, με βάση το θεσμικό πλαίσιο που αποδέχτηκε και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει ιδιαίτερα στις εξαγγελίες του για τη μείωση της φορολογίας. Είναι από τα μέτρα που παρουσιάζονται ως κατεξοχήν αιχμές για την κατάκτηση ξανά της εμπιστοσύνης της «μεσαίας τάξης».

Μόνο που δεν υπάρχει καμία πραγματική κοστολόγησή τους. Η αυξημένη φορολογία υπήρξε εξαρχής ένας από τους μηχανισμούς με τους οποίους έγιναν εφικτοί οι μνημονιακοί στόχοι. Η γενική επίκληση της ανάπτυξης, που όντως θα αυξήσει τη φορολογική βάση, δύσκολα μπορεί να απαντήσει στο πώς θα επιτυγχάνονται πλέον οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Οι εξαγγελίες που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ για τους κρίσιμους τομείς της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης, στην πραγματικότητα δεν ξεφεύγουν από πράγματα που έχουν ήδη ανακοινωθεί.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανακοίνωσε διορισμούς και στον χώρο της υγείας και στην πρωτοβάθμια και μέση εκπαίδευση που λίγο πολύ τους έχει ήδη εξαγγείλει, την ώρα που στις θεσμικές αλλαγές οι εξαγγελίες είναι γενικόλογες και φειδωλές. Άλλωστε, ακόμη δεν έχουμε αντιμετωπίσει καν τις επιπτώσεις από τις μεταρρυθμίσεις που έκανε ο Κ. Γαβρόγλου και οι οποίες τώρα θα αρχίσουν να εφαρμόζονται.

Ωστόσο, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προτείνει κάποια σημαντική αλλαγή στην κοινωνική ασφάλιση πέραν από μια αναφορά σε αύξηση της εθνικής σύνταξης που θα σημάνει και μια μικρή αύξηση στις συντάξεις. Καμιά αναφορά δεν γίνεται ούτε σε διόρθωση των αδικιών ούτε σε βελτίωση των όρων συνταξιοδότησης, παρά τις εκτεταμένες διαμαρτυρίες των συνταξιούχων. Σε όλα αυτά απλώς προστίθεται και η υπόσχεση για βελτίωση και επέκταση των επιδομάτων (π.χ. των εισοδηματικών ορίων για το επίδομα παιδιού).

Πάνω από όλα από αυτό το πρόγραμμα και από την παρουσίαση απουσιάζει το όραμα και η προοπτική. Διαβάζοντάς το κανείς μπορεί να διακρίνει τα target group στα οποία απευθύνεται ή τις «μετρήσιμες» υποσχέσεις που γίνονται γράφημα, στιγμιότυπο σε βίντεο, tweet και post στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν διακρίνει, όμως, ούτε μέθοδο, ούτε σχέδιο, ούτε μια εικόνα της χώρας που θα μπορεί να πετύχει αυτά τα αιτήματα.

Είναι απλώς η προβολή της σημερινής εικόνας «προς το καλύτερο», σε αντιδιαστολή προς το «φόβο για το αύριο» που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί η ΝΔ. Όμως, αυτό παραμένει σε μια σφαίρα προβολής επιθυμιών που απέχει από το να είναι πραγματική στρατηγική προοπτική για τη χώρα.