Η υπογραφή της προκαταρκτικής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν από τους 2 προέδρους για τον τερματισμό του πολέμου σηματοδοτεί την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης για την αποκατάσταση των ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου από την περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Το μνημόνιο που δόθηκε στη δημοσιότητα, μετά την εξ αποστάσεως υπογραφή του από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και τον Ιρανό Μασούντ Πεζεσκιάν το βράδυ της Τετάρτης, προβλέπει την αποκατάσταση της κίνησης των πλοίων μέσω των Στενών του Ορμούζ εντός 30 ημερών, «λαμβάνοντας υπόψη τεχνικά και στρατιωτικά εμπόδια και την αποναρκοθέτηση από την πλευρά του Ιράν».
Παρά τη σημαντική αυτή εξέλιξη, παραμένουν αρκετά ανοιχτά ζητήματα – όπως το αν θα υπάρξει μία πιο μόνιμη συμφωνία, με αιχμή το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, τις επόμενες 60 ημέρες που θα ισχύει το μνημόνιο και ποιο καθεστώς θα ισχύει για το Ορμούζ μετά από το διάστημα αυτό – η αλλαγή των δεδομένων είναι αναμφίβολα μεγάλη.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα, αφορά το ενδεχόμενο επιβολής τελών από το Ιράν για τα πλοία που θα περνούν από το Ορμούζ μετά τη λήξη της αρχικής συμφωνίας. Η Τεχεράνη ωστόσο δεσμεύτηκε να μην επιβάλει «διόδια» για ένα διάστημα 60 ημερών, όπως αναφέρει το μνημόνιο και να προχωρήσει σε συζητήσεις με το Ομάν, το οποίο βρίσκεται στην απέναντι πλευρά του Ορμούζ, για να καθορίσει το μελλοντικό καθεστώς του Ορμούζ. Στα διόδια αντιδρούν οι άλλες χώρες και ναυτιλιακές εταιρείες, που θεωρούν ότι η διέλευση των πλοίων από το Ορμούζ αφορά διεθνή ύδατα. Η αλλαγή δεδομένων έχει αποτυπωθεί στη σημαντική μείωση των τιμών του πετρελαίου, η οποία ξεκίνησε πριν από δύο εβδομάδες.
Η τιμή του αργού πετρελαίου Brent διαμορφωνόταν χθες Παρασκευή (19.6.2026) κάτω από 80 δολάρια το βαρέλι από 98 δολάρια στις 3 Ιουνίου, αλλά είναι 30% υψηλότερη από την αρχή του έτους, όταν διαμορφωνόταν κοντά στα 60 δολάρια.
Το ζητούμενο είναι πλέον αν η πτώση των τιμών του πετρελαίου θα έχει διάρκεια και συνέχεια, ώστε να συγκρατήσει και να αντιστρέψει την ανοδική πορεία του πληθωρισμού στην Ευρώπη και παγκοσμίως, η οποία έχει οδηγήσει ήδη στην 1η αύξηση επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τον Σεπτέμβριο του 2023. Κατά την άποψη των αγορών και πολλών αναλυτών οι τιμές του πετρελαίου δεν θα μειωθούν σημαντικά από τα σημερινά επίπεδα έως το 2027.
Η τιμή για τα συμβόλαια παράδοσης του Brent τον Δεκέμβριο του 2026 διαμορφώνεται στα 75 δολάρια το βαρέλι και για τον Δεκέμβριο του 2027 κοντά στα 72 δολάρια. Για τα συμβόλαια φυσικού αερίου στην Ευρώπη (TTF), η τιμή παραμένει στα ίδια επίπεδα με σήμερα – λίγο πάνω από τα 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα – τόσο για το τέλος του 2026 όσο και για το τέλος του 2027. Η τιμή αυτή είναι χαμηλότερη από τα υψηλά επίπεδα που επικράτησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά είναι 50% υψηλότερη σε σχέση με την αρχή του έτους.
Μεγάλες αμερικανικές τράπεζες προσάρμοσαν καθοδικά τις προβλέψεις τους για τις τιμές του πετρελαίου, αλλά όχι στα επίπεδα που ίσχυαν πριν τον πόλεμο, καθώς εκτιμούν ότι η αποκατάσταση των ροών θα χρειαστεί μήνες για να επανέλθει στα προηγούμενα επίπεδα, μεταξύ άλλων και επειδή πρέπει να αναταχθούν ζημιές που υπέστησαν ενεργειακές υποδομές χωρών του Περσικού Κόλπου κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Η Goldman Sachs «ψαλίδισε» την πρόβλεψη της για την τιμή του Brent στα 80 δολάρια για το δ’ τρίμηνο του 2026 από 90 δολάρια προηγουμένως και την πρόβλεψή της για τα μέσα επίπεδα του 2027 στα 75 από 80 δολάρια, αναμένοντας ότι οι εξαγωγές από τον Κόλπο θα επανέλθουν κατά τα τέλη Ιουλίου στα προπολεμικά επίπεδα. Η Morgan Stanley αναμένει επίσης το Brent στα 80 δολάρια το δ’ τρίμηνο του 2026 από 95 δολάρια πριν, εκτιμώντας ότι η αύξηση της παραγωγής στον Κόλπο θα αρχίσει στα μέσα Ιουλίου και ότι το 80% της χαμένης παραγωγής θα έχει αποκατασταθεί έως τον Δεκέμβριο.
Χαμηλότερες τιμές αναμένει η Citi – 75 δολάρια για το γ’ τρίμηνο εφέτος και 70 δολάρια για το δ’ τρίμηνο. Από την άλλη πλευρά, η Barclays διατήρησε την πρόβλεψή της για μέση τιμή Brent στα 100 δολάρια το 2026, τονίζοντας ότι ο αντίκτυπος από το εκ νέου άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ στα θεμελιώδη μεγέθη της αγοράς πετρελαίου δεν θα είναι ξεκάθαρος για πολλές εβδομάδες.
Αν και η πτώση των τιμών του πετρελαίου θα επηρεάσει αναμφίβολα θετικά τον πληθωρισμό, η εκτίμηση που γίνεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι ότι αυτός δεν θα επανέλθει γρήγορα στα προπολεμικά επίπεδα καθώς έχουν αυξηθεί ήδη οι τιμές άλλων προϊόντων και υπηρεσιών. «Τέσσερις μήνες αυξημένων ενεργειακών τιμών σημαίνει ότι μπορούμε να δούμε στον “σωλήνα” του πληθωρισμού που αναμένεται ότι αυτός θα είναι υψηλότερος από το 3%», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν. «Θα υπάρχει έμμεσος αντίκτυπος στα τρόφιμα, σε προϊόντα και υπηρεσίες εφέτος και το επόμενο έτος», πρόσθεσε.