ΠΗΓΗ: moneypress.gr

Οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εξακολουθούν να κλίνουν προς μια αύξηση των επιτοκίων κατά μισή ποσοστιαία μονάδα την Πέμπτη, παρά την αναταραχή στον τραπεζικό τομέα, καθώς αναμένουν ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πολύ υψηλός τα επόμενα χρόνια.

Αυτή την αποκάλυψη έκανε στο Reuters μια πηγή που είναι κοντά στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ τη στιγμή που οι επενδυτές είχαν αρχίσει να αμφιβάλλουν πως θα υπάρξει μια νέα μεγάλη αύξηση των επιτοκίων αυτή την εβδομάδα μετά την κατάρρευση της Silicon Valley Bank (SVB) στις ΗΠΑ που δημιούργησε τριγμούς στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η ΕΚΤ είναι απίθανο να παραιτηθεί από το σχέδιό της για αύξηση των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης στις 16 Μαρτίου - μια κίνηση που προεξοφλήθηκε επανειλημμένα τόσο από την Πρόεδρο, Κριστίν Λαγκάρντ όσο και από διάφορους συναδέλφους της - γιατί αυτό θα έβλαπτε την αξιοπιστία της.

Τα γερμανικά κρατικά ομόλογα, σημείο αναφοράς της ευρωζώνης, υποχώρησαν μετά το δημοσίευμα και το ευρώ αυξήθηκε έναντι της στερλίνας. Οι νέες προβλέψεις για τον πληθωρισμό για τα επόμενα δύο χρόνια αναμένεται να είναι χαμηλότερες από ό,τι τον Δεκέμβριο, αλλά οι τιμές και οι πιέσεις κινούνται πολύ πάνω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ το 2024 και ελαφρώς πάνω από τον στόχο για το 2025.

Επιπλέον, οι προβλέψεις για τον δομικό πληθωρισμό, ο οποίος δεν περιλαμβάνει τις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, επρόκειτο να αναθεωρηθούν υψηλότερα, ενθαρρύνοντας περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, όπως εξήγησε η πηγή.

Η ΕΚΤ μπορεί να προωθήσει αποφάσεις για αύξηση των επιτοκίων πλειοψηφικά, αν και η Κριστίν Λαγκάρντ είναι γνωστό ότι επιδιώκει την ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Η SVB έγινε η μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ που πτώχευσε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Η κατάρρευσή του ανάγκασε τις αμερικανικές Αρχές να αναλάβουν δράση το Σαββατοκύριακο. Παρά το χάος της Δευτέρας, οι αγορές ηρέμησαν καθώς αναζωπυρώθηκαν οι ελπίδες πως θα αποφευχθεί μια γενικευμένη οικονομική κρίση.