«Η Ελληνική Αστυνομία κινείται πλέον σε επίπεδο κορυφαίων ευρωπαϊκών υπηρεσιών», υποστήριξε στο ΕΡΤnews ο ιδιωτικός ερευνητής Γιώργος Τσούκαλης, σχολιάζοντας τις δύο πολύκροτες υποθέσεις δολοφονιών που απασχολούν την επικαιρότητα. Όπως ανέφερε, τόσο η υπόθεση της Βρετανίδας που βρέθηκε νεκρή μέσα σε βαλίτσα όσο και εκείνη του 59χρονου ψυχολόγου εξιχνιάστηκαν σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα, γεγονός που – κατά την εκτίμησή του – αποδεικνύει τη σημαντική αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της Ελληνικής Αστυνομίας.

Αναφερόμενος στη δολοφονία της Βρετανίδας, της οποίας η σορός εντοπίστηκε μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο σπίτι, ο κ. Τσούκαλης επισήμανε ότι από τις πρώτες ημέρες είχε εκτιμήσει πως η λύση της υπόθεσης βρισκόταν πολύ κοντά στο σημείο όπου βρέθηκε το θύμα. Όπως είπε, η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου σε ακτίνα λίγων εκατοντάδων μέτρων, σε συνδυασμό με τα δακτυλικά αποτυπώματα της άτυχης Σκωτσέζας, αποτέλεσαν κρίσιμα εργαλεία για την ταυτοποίηση της σορού και την εξιχνίαση της υπόθεσης.

Ο ίδιος χαρακτήρισε την υπόθεση «ρουτίνας» για τα σημερινά δεδομένα της Ελληνικής Αστυνομίας, σημειώνοντας ότι το ελληνικό FBI, όπως αποκαλείται η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, λειτουργεί πλέον με εξαιρετικά υψηλές επιχειρησιακές δυνατότητες, αντίστοιχες με εκείνες προηγμένων αστυνομικών υπηρεσιών του εξωτερικού.

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις μετά τη σύλληψη του βασικού υπόπτου, ο κ. Τσούκαλης εκτίμησε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη συνεργού, τουλάχιστον ως προς τη μεταφορά της σορού. Όπως ανέφερε, η μεταφορά ενός ανθρώπινου σώματος μέσα σε βαλίτσα παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες και, παρότι είναι πιθανό να πραγματοποιήθηκε από ένα άτομο, θεωρεί πιθανό να υπήρξε και δεύτερο πρόσωπο που βοήθησε ή γνώριζε τι είχε συμβεί χωρίς να ενημερώσει τις Αρχές.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι το επικρατέστερο κίνητρο της δολοφονίας φαίνεται να είναι η ληστεία, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά, χρησιμοποιήθηκε η τραπεζική κάρτα του θύματος για αναλήψεις χρημάτων μετά το έγκλημα.

Ο ιδιωτικός ερευνητής υποστήριξε ακόμη ότι τα τελευταία χρόνια τα τοπικά αστυνομικά τμήματα έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία στη διερεύνηση σοβαρών εγκλημάτων, σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν συχνά απαιτούνταν η συνδρομή εξειδικευμένων υπηρεσιών.

Καταλήγοντας, τόνισε ότι η αυξημένη αποτελεσματικότητα της Ελληνικής Αστυνομίας ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει όσους διαθέτουν κρίσιμες πληροφορίες να απευθύνονται έγκαιρα στις Αρχές, ακόμη και επώνυμα. Όπως σημείωσε, όσο πιο άμεσα φτάνουν οι πληροφορίες στους αστυνομικούς, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά τα διαθέσιμα ερευνητικά μέσα και να εξιχνιαστούν γρήγορα σοβαρές εγκληματικές υποθέσεις.