Με στρατιωτικές τιμές τελείται από τις 12:00 στη Μητρόπολη Αθηνών η κηδεία του Γιάννη Βαρβιτσιώτη, ενός εκ των ιστορικών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 2 Αυγούστου, στο σπίτι του στην Αθήνα, ανήμερα των 93ων γενεθλίων του.
Τον επικήδειο λόγο αναμένεται να εκφωνήσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Η ταφή θα ακολουθήσει στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
Στεφάνια έχουν στείλει μεταξύ άλλων ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, οι υπουργοί οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, Εργασίας Νίκη Κεραμέως, Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, οι υφυπουργοί Παύλος Μαρινάκης, Θανάσης Δαβάκης, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Δημήτριος Χούπης, ο επίτιμος αρχηγός Κωνσταντίνος Φλώρος.
Τυλιγμένο με την ελληνική σημαία το φέρετρο
Στελέχη της Νέας Δημοκρατίας αλλά και πρόσωπα από τον πολιτικό χώρο γενικότερα, κατέφτασαν στην Μητρόπολη Αθηνών για να αποχαιρετήσουν τον τελευταίο μέλος της Βουλής του 1961. Λίγο πριν τις 12, έφτασε στη Μητρόπολη Αθηνών και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αλλά και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κω
Λίγο μετά τις 11:30 στη Μητρόπολη έφτασε ο πρώην υπουργός και πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας αλλά και ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος.
Λίγα λεπτά αργότερα, έφτασε και ο πρώην πρωθυπουργός, Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος αφού συλλυπήθηκε την οικογένεια, αποχώρησε.
Στη Μητρόπολη έφτασε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, ο Τάκης Θεοδωρικάκος και ο Βασίλης Σπανάκης και άλλα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας.
Ποιος ήταν ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης
Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 1933, με καταγωγή από τη Λακωνία, την οποία διατήρησε σε όλη του τη ζωή ως σταθερό σημείο αναφοράς. Φοίτησε στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπούδασε Νομική στην Αθήνα και συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, με ειδίκευση στο Εταιρικό Δίκαιο. Το 1960 αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και άρχισε να ασκεί τη δικηγορία.
Η γνωριμία του με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή υπήρξε καθοριστική για την πολιτική του πορεία. Ο ιδρυτής της ΕΡΕ, ο οποίος γνώριζε τον πατέρα του, Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, του ανέθεσε αρχικά να συντάσσει εισηγήσεις προς κυβερνητικούς παράγοντες και λίγο αργότερα τον επέλεξε ως υποψήφιο βουλευτή στη Β΄ Αθηνών.
Πρωτοεξελέγη το 1961, σε ηλικία 28 ετών, και υπήρξε το τελευταίο εν ζωή μέλος εκείνης της Βουλής. Η πολιτική του παρουσία διακόπηκε βίαια από τη δικτατορία, κατά τη διάρκεια της οποίας συνελήφθη και φυλακίστηκε, πληρώνοντας, όπως σημείωσε η Νέα Δημοκρατία, «το τίμημα της προσήλωσής του στη Δημοκρατία».
Από την ΕΡΕ στην πρώτη Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ
Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης ήταν μέλος της πρώτης Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας το 1974. Εκλεγόταν ανελλιπώς έως το 2004, αρχικά ως βουλευτής Β΄ Αθηνών και στη συνέχεια ως βουλευτής Επικρατείας, ενώ από το 2004 έως το 2009 υπηρέτησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Στην πολυσχιδή κυβερνητική του διαδρομή ανέλαβε σειρά κρίσιμων χαρτοφυλακίων. Διετέλεσε υφυπουργός Εσωτερικών στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, υφυπουργός Εξωτερικών, υπουργός Εμπορίου, υπουργός Παιδείας, υπουργός Εθνικής Αμυνας και υπουργός Δικαιοσύνης.
Υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Αμυνας τόσο στην κυβέρνηση συνεργασίας του Τζαννή Τζαννετάκη το 1989 όσο και στις κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη την περίοδο 1990-1993. Το 1991, επί της υπουργίας του, καθιερώθηκαν οι Διαμνημονεύσεις που απονέμονται σε αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και σε διακεκριμένους πολίτες.
Διετέλεσε ακόμη αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και επί σειρά ετών πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής».
Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης ήταν παντρεμένος με τη Σόφη Βαρβιτσιώτη, που έφυγε από τη ζωή το 2015.
Οι δυο τους απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον πρώην υπουργό Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, τον σύμβουλο επικοινωνίας και συνιδρυτή της V+O Θωμά Βαρβιτσιώτη, τον αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Βαρβιτσιώτη και τη δημοσιογράφο Ελένη Βαρβιτσιώτη.
Το αντίο του Πρωθυπουργού
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εκφώνησε τον επικήδειο λόγο στην κηδεία του Γιάννη Βαρβιτσιώτη, αποτίοντας φόρο τιμής στην πολιτική του διαδρομή και την προσφορά του στη δημόσια ζωή.«Ανέλαβε όποια αποστολή του ζητήθηκε. Ήταν παρών σε κάθε μάχη, όποτε χρειάστηκε», ανέφερε ο πρωθυπουργός, περιγράφοντας τον εκλιπόντα ως έναν πολιτικό με αίσθημα ευθύνης και προσφοράς.
Παράλληλα, στάθηκε στη συμβολή του και μετά την ολοκλήρωση της ενεργού πολιτικής του πορείας, σημειώνοντας ότι «προσέφερε τις συμβουλές του απλόχερα [...]» και ότι «απέδειξε έμπρακτα ότι μπορεί να υπάρξει δημιουργική ζωή μετά την πολιτική». Καταλήγωντας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε: «Σεβαστέ μας Γιάννη, μας αφήνεις μια βαριά κληρονομιά».
Ολόκληρος ο επικήδειος του Κυριάκου Μητσοτάκη
«Αποχαιρετούμε σήμερα έναν πολιτικό που δεν πέρασε απλώς από τον δημόσιο βίο, αλλά, μαζί με άλλους της γενιάς του, τον διαμόρφωσε. Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης ήταν φτιαγμένος από το σπάνιο μέταλλο μιας άλλης εποχής.
Υπήρξε ο τελευταίος μιας μεγάλης πολιτικής σχολής, που αντιλαμβανόταν την πολιτική όχι ως πεδίο πρόσκαιρων εντυπωσιασμών, αλλά ως πεδίο προσφοράς και ευθύνης.
Συνδύαζε δύο σπάνιες αρετές: έναν δημιουργικό ριζοσπαστισμό και μια απόλυτη αίσθηση καθήκοντος, στοιχεία που του επέτρεψαν να υπηρετήσει με συνέπεια τον τόπο και την παράταξή του, την ενωμένη και νικηφόρα Νέα Δημοκρατία.
Υπηρέτησε από κάθε θέση που του ζητήθηκε να αναλάβει. Ήταν παρών σε κάθε δύσκολη μάχη, με κορυφαία ίσως τη συμβολή του στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, ως εισηγητής της μειοψηφίας, όταν, χάρη και στην υπεύθυνη στάση της αντιπολίτευσης, επιτεύχθηκε μια σημαντική θεσμική μεταρρύθμιση.
Ο χαρακτήρας του τον έκανε αγαπητό τόσο στους φίλους όσο και στους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο σεβασμός προς το πρόσωπό του ήταν καθολικός, ιδιαίτερα από τους νεότερους. Ανάμεσά τους κι εγώ, που είχα την τύχη να τον παρακολουθήσω από κοντά, στο πλευρό του πατέρα μου. Τις πολύτιμες συμβουλές του τις προσέφερε πάντα απλόχερα. Τις άκουσα το 2017, στον πατρογονικό Μυστρά, όπου γνώρισα τον άνθρωπο πίσω από τον πολιτικό.
Υπήρξε εξαίρετος νομικός, αλλά και βαθύς γνώστης και αναλυτής της ιστορίας και του πολιτισμού μας. Γι' αυτό, όταν με θάρρος επέλεξε να αποχωρήσει από το πολιτικό προσκήνιο, παραχωρώντας χώρο στη νέα γενιά, απέδειξε ότι υπάρχει δημιουργική ζωή και μετά την ενεργό πολιτική. Μετατράπηκε σε έναν ακούραστο περιηγητή της Ελλάδας και της ιστορίας της.
Από το μυαλό, ιδιαίτερα των νεότερων, δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ η πορεία του στην πολιτική. Βρέθηκε δίπλα στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ως ένας από τους στυλοβάτες της παράταξης. Πάνω απ' όλα, όμως, υπήρξε ένας άξιος οικογενειάρχης. Ευτύχησε να δει τα παιδιά του να προοδεύουν, το καθένα στον δρόμο που επέλεξε.
Η μοίρα θέλησε να φύγει ανήμερα των γενεθλίων του, βλέποντας τη χώρα να προχωρά, παρά τις δυσκολίες, το κόμμα του να εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί και τους απογόνους του να φέρουν με υπερηφάνεια το όνομά του.
Μας αφήνει μια βαριά πολιτική παρακαταθήκη: την προσήλωση στις αξίες, την αίσθηση του καθήκοντος και, πάνω απ' όλα, την πολιτική ευγένεια. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη κληρονομιά του και εκείνη που σήμερα μας λείπει περισσότερο.
Για όλα αυτά, η Ελλάδα και η μεγάλη παράταξη της Νέας Δημοκρατίας σε ευχαριστούν».