Για κορύφωση του του ιού του Δυτικού Νείλου μιλούν οι ειδικοί καθώς 13 δήμοι της επικράτειας μέσα σε 1 εβδομάδα κατέγραψαν κρούσματα, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό στους 61.

Πρόκειται για τους δήμους, Κηφισιάς, Μεταμόρφωσης, Φιλοθέης – Ψυχικού, Ζωγράφου, Αγίου Δημητρίου, Μοσχάτου – Ταύρου, Καρδίτσας, Τυρνάβου, Φαρσαλων, Δέλτα Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκης, Δίου – Ολύμπου Πιερίας και Χαλκιδέων.

Στην Αττική εντοπίζονται 6 στα 10 κρούσματα της χώρας, γεγονός που δημιουργεί προβληματισμό στους ειδικούς, καθώς ο αριθμός των ατόμων που έχουν προσβληθεί και δεν το γνωρίζουν είναι εκατονταπλάσιος όπως λένε, διότι 8 στα 10 άτομα δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα.

Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, η μεγαλύτερη καταγραφή νέων κρουσμάτων υπάρχει στην Ανατολική Αττική, με τον Δήμο Σπάτων- Αρτέμιδος να καταγραφεί συνολικά 17 κρούσματα.

Η αποκλιμάκωση αναμένεται να αρχίσει σε μία ως δύο εβδομάδες.

Με δεδομένο τον πολλαπλασιασμό των κρουσμάτων, τα οποία ανέρχονται πλέον σε 232 – με τα περισσότερα να καταγράφονται στην Αττική – η Περιφέρεια επιστρατεύει τις λεγόμενες «τουρμπίνες». Πρόκειται για εξειδικευμένα, μεγάλου μεγέθους ψεκαστικά μηχανήματα υψηλής πίεσης, κατάλληλα για εκτεταμένες επιχειρήσεις.Τακτικούς ψεκασμούς για την καταπολέμηση των κουνουπιών σε όλα τα σημεία αυξημένου κινδύνου πραγματοποιεί και ο Δήμος Αθηναίων.

Τι λένε οι ειδικοί

«Ο πολύ θερμός χειμώνας που περάσαμε ιδίως στην Αττική, η πολύ υγρή και με βροχές άνοιξη που δημιουργούσε πολλά στάσιμα νερά και το ότι πιθανόν φέτος έχουμε πολύ περισσότερα μεταναστευτικά πουλιά», δήλωσε ο πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΔΥ, Θόδωρος Βασιλακόπουλος.

Η φετινή χρονιά είναι μία από τις δύσκολες χρονιές για τη χώρα, σημειώνουν οι επιστήμονες, παραπέμποντας στην εικόνα που είχε καταγραφεί το 2018.

«Το θέμα επιδημιολογικά είναι αν θα φτάσουμε το 2018 που είχαμε τα περισσότερα κρούσματα και αναλογικά δυστυχώς είχαμε 50 θανάτους. Και αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί από τώρα γιατί θα εξαρτηθεί και για τον Σεπτέμβριο και για τον Οκτώβριο τις συνθήκες και τις κλιματολογικές», επισημαίνει η παθολόγος και καθηγήτρια επιδημιολογίας Θεοδώρα Ψαλτοπούλου.