Με την ευκαιρία της αποεπένδυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) και της επαναγοράς του 1,4% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας που παρέμενε στην κατοχή του, την Παρασκευή 13/10, η Διοίκηση της Eurobank παρέθεσε γεύμα, στο οποίο συμμετείχαν ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Κωστής Χατζηδάκης, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας κ. Γιάννης Στουρνάρας, και η Διοίκηση του Ταμείου,

Στη διάρκεια του γεύματος, έγινε ανασκόπηση της διαδρομής της ελληνικής οικονομίας από την έναρξη έως την έξοδο από την κρίση, η πορεία του τραπεζικού συστήματος, η διαχρονική σημασία του ΤΧΣ στην σταθεροποίησή του,, καθώς και οι τρέχουσες συνθήκες στη διεθνή οικονομία και ο αντίκτυπός τους στην Ελλάδα.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank κ. Φωκίων Καραβίας, αφού ευχαρίστησε το Ταμείο και τον επικεφαλής του κ. Ηλία Ξηρουχάκη για τη συνεργασία καθόλο το διάστημα της συμμετοχής του ΤΧΣ στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας, έκανε μια αναδρομή στα γεγονότα της τελευταίας 12ετίας. Ο κ. Καραβίας αναφέρθηκε στα κύρια ορόσημα: στο PSI του 2012 και την επαναγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που οδήγησε στην πρώτη ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος το 2013 και έγινε, στην περίπτωση της Eurobank αποκλειστικά με κεφάλαια του ΤΧΣ. Στις δύο ανακεφαλαιοποιήσεις που ακολούθησαν, το 2014 και 2015, κατά τις οποίες η Eurobank άντλησε αποκλειστικά ιδιωτικά κεφάλαια, με κεντρικό επενδυτή την Fairfax που παραμένει και σήμερα κύριος μέτοχος της Τράπεζας. Το σχέδιο εξυγίανσης του ισολογισμού, το 2018, μέσα από την κεφαλαιακή ενίσχυση μέσω της συγχώνευσης με τη Grivalia, και με την εφαρμογή ενός καινοτόμου σχεδιασμού, που πρώτη η Eurobank παρουσίασε, για τη χρήση του εταιρικού μετασχηματισμού hive-down και του εργαλείου των τιτλοποιήσεων για την απαλλαγή του ισολογισμού από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Και, τέλος, στο σημερινό μηδενισμό της κρατικής συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο μέσω της αποεπένδυσης του ΤΧΣ. Ο κ. Καραβίας αναφέρθηκε επίσης στις προοπτικές ανάπτυξης της Τράπεζας, στην Ελλάδα και τις άλλες βασικές αγορές της, στην Κύπρο και τη Βουλγαρία.

Ο πρόεδρος της Eurobank κ. Γιώργος Ζανιάς επισήμανε ότι είναι κρίσιμη η διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας με επιμονή στη δημοσιονομική σύνεση. Ο κ. Ζανιάς ανέφερε ότι οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν στενά την Ελλάδα και ότι η χώρα μας πρέπει να διατηρήσει το καθεστώς της «ευχάριστης έκπληξης» που έχει κατακτήσει, ιδιαίτερα στο σημερινό περιβάλλον της ευρωζώνης, όπου μεγάλες οικονομίες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και χαμηλή ανάπτυξη.

Ο υπουργός Οικονομικών σημείωσε ότι μετά την αναβάθμιση της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα από τη DBRS, η αποεπένδυση του ΤΧΣ αποτελεί ένα δεύτερο κρίσιμο ορόσημο της επανόδου στην οικονομική κανονικότητα. Ο κ. Χατζηδάκης υπογράμμισε πως είναι αισιόδοξος ότι και άλλοι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης θα ακολουθήσουν τη DBRS και πως το υπουργείο Οικονομικών θα υποστηρίξει πλήρως το ΤΧΣ στην προσπάθεια να ολοκληρωθεί με επιτυχία η διαδικασία αποεπένδυσης από τις συστημικές τράπεζες.

Ο διοικητής της ΤτΕ επανέλαβε πως στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας θα ήταν ιδιαίτερα θετική εξέλιξη η συμμετοχή τραπεζικών ιδρυμάτων διεθνούς εμβέλειας, ως στρατηγικών επενδυτών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Επίσης, υπογράμμισε την ανάγκη διατήρησης των πρωτογενών πλεονασμάτων και της δημοσιονομικής σύνεσης, κάτι που πρέπει να αφορά σε όλους τους πολίτες, χωρίς εξαιρέσεις.

Ο διευθύνων σύμβουλος του ΤΧΣ συμφώνησε πλήρως πως  η παρουσία μεγάλων ξένων τραπεζών θα ήταν ένα εξαιρετικό σενάριο, και θα αποτελούσε και επιθυμία του Ταμείου η υλοποίησή του, αλλά για την ώρα δεν έχει εκδηλωθεί τέτοιο ενδιαφέρον. Παρά ταύτα σημείωσε πως παρατηρείται ισχυρό ενδιαφέρον από πλήθος αξιόπιστων θεσμικών επενδυτών μακροπρόθεσμου επενδυτικού ορίζοντα, που υπό το φως των ιδιαίτερα θετικών μακροοικονομικών εξελίξεων αλλά και των μεσομακροπρόθεσμων αναπτυξιακών προοπτικών,  επιθυμούν να επενδύσουν στην χώρα και κυρίως στον τραπεζικό τομέα.

Σε ό,τι αφορά την πορεία της οικονομίας, το υπουργείο Οικονομικών και η Τράπεζα της Ελλάδας συγκλίνουν στην αισιοδοξία ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης το 2024 θα είναι υψηλότεροι από ό,τι το τρέχον έτος και θα κινηθούν κοντά στο 3%, κυρίως λόγω της αναμενόμενης αύξησης των επενδύσεων.