Σημαντική οικονομική ανάσα σε χιλιάδες νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις αναμένεται να δώσει η νέα ρύθμιση των 120 δόσεων για οφειλές προς την Εφορία και τον ΕΦΚΑ, η οποία σχεδιάζεται να ενεργοποιηθεί μέσα στον Νοέμβριο.

Το νέο πλαίσιο επεκτείνει τον χρόνο αποπληρωμής από τα έξι στα δέκα χρόνια, επιτρέποντας στους οφειλέτες να μειώσουν τη μηνιαία επιβάρυνσή τους. Παράλληλα, διευρύνει τις κατηγορίες των χρεών που μπορούν να ενταχθούν.

Ωστόσο, το τίμημα είναι οι περισσότεροι τόκοι ενώ για όσους δεν καταφέρουν να παραμείνουν συνεπείς η έξοδος από τη ρύθμιση μπορεί να συνοδευτεί από αναβίωση κατασχέσεων και άλλων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.

Οι νέες διατάξεις που περιλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο κατατέθηκε στη Βουλή, αυξάνουν από 72 σε 120 τον μέγιστο αριθμό των δόσεων, ανοίγουν τη ρύθμιση σε περισσότερες οφειλές και δίνουν χρονικό περιθώριο έως τις 30 Ιουνίου 2027 για την υποβολή των αιτήσεων.

Η ηλεκτρονική πλατφόρμα της ΑΑΔΕ αναμένεται να ανοίξει έως τα μέσα Νοεμβρίου, με τη ρύθμιση να καλύπτει χρέη που έγιναν ληξιπρόθεσμα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024. Στις 120 δόσεις θα μπορούν να περάσουν και όσοι εξυπηρετούν ήδη τη ρύθμιση των 72 δόσεων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν την έχουν χάσει.

Για τους οφειλέτες που θα ενταχθούν στο νέο σχήμα και θα τηρούν τις υποχρεώσεις τους προβλέπεται, μεταξύ άλλων, δυνατότητα χορήγησης φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας και αναστολή μέτρων αναγκαστικής είσπραξης. Τα ευεργετήματα, πάντως, δεν σημαίνουν αυτόματη άρση όλων των κατασχέσεων ούτε απαλλαγή από την υποχρέωση τακτοποίησης νέων χρεών.

Ποιοι μπαίνουν στις 120 δόσεις

Το άρθρο 35 του νομοσχεδίου καθορίζει τους όρους υπαγωγής στη νέα ρύθμιση για τις οφειλές προς την Εφορία. Η πόρτα ανοίγει για βεβαιωμένα χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα έως το τέλος του 2024, εφόσον δεν βρίσκονταν σε ρύθμιση στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 και δεν έχουν ενταχθεί σε άλλη ρύθμιση μέχρι την υποβολή της αίτησης.

Για να εξασφαλίσουν τη θέση τους στις 120 δόσεις, οι φορολογούμενοι θα πρέπει να έχουν τακτοποιήσει τις υπόλοιπες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους. Αυτό σημαίνει ότι χρέη που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά δεν μπορούν να μείνουν στον «αέρα», αλλά θα πρέπει να εξοφληθούν ή να ενταχθούν σε άλλη νόμιμη ρύθμιση, όπως η πάγια.

Παράλληλα, απαιτείται να έχουν υποβληθεί όλες οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας, των οποίων η προθεσμία είχε λήξει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, ενώ αποκλείονται όσοι έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.

Στη νέα ρύθμιση εντάσσεται υποχρεωτικά το σύνολο των επιλέξιμων οφειλών που δεν βρίσκονται σε αναστολή πληρωμής. Για χρέη σε αναστολή, ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει εάν θα τα συμπεριλάβει. Εκτός παραμένουν, μεταξύ άλλων, οφειλές από ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων κατόπιν αποφάσεων ευρωπαϊκών οργάνων, καθώς και όσες εξαιρούνται από άλλες νομοθετικές διατάξεις.

Όσοι έχουν ήδη ενταχθεί στο σχήμα των 72 δόσεων και παραμένουν συνεπείς μπορούν να επιλέξουν την επιμήκυνση της αποπληρωμής σε 120 δόσεις χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν. Το όφελος αποτυπώνεται στη μικρότερη μηνιαία δόση. Όσο όμως μεγαλώνει η διάρκεια εξόφλησης τόσο αυξάνεται ο συνολικός λογαριασμός των τόκων.

Πληρωμές

Οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν προθεσμία έως τις 30 Ιουνίου 2027 για να υποβάλουν ηλεκτρονικά την αίτησή τους μέσω της ΑΑΔΕ. Μόνο σε περίπτωση τεχνικής αδυναμίας προβλέπεται υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία είσπραξης. Η πρώτη κρίσιμη προθεσμία έρχεται αμέσως μετά την αίτηση. Για να ενεργοποιηθεί η ρύθμιση, ο οφειλέτης θα πρέπει να καταβάλει την πρώτη δόση μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες. Οι επόμενες δόσεις εξοφλούνται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.

Το ελάχιστο ποσό ορίζεται στα 30 ευρώ και το επιτόκιο στο 5,84% ετησίως, σταθερό για τη διάρκεια της ρύθμισης. Η καθυστέρηση πληρωμής επιβαρύνεται με πρόσθετο τόκο, ενώ για όσους έχουν τη δυνατότητα να κλείσουν νωρίτερα τον λογαριασμό τους προβλέπεται επανυπολογισμός των τόκων, με βάση τον πραγματικό χρόνο αποπληρωμής.

Η ένταξη στις 120 δόσεις δίνει τη δυνατότητα στους συνεπείς οφειλέτες να αποκτήσουν αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Παράλληλα, αναστέλλεται η ποινική δίωξη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, όπως και η λήψη ή συνέχιση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για τις ρυθμισμένες οφειλές.

Ειδικό καθεστώς προβλέπεται για τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων. Υπό προϋποθέσεις, μπορούν να πάψουν να δεσμεύουν μελλοντικές απαιτήσεις του οφειλέτη, εφόσον αφορούν αποκλειστικά χρέη που έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση και η σχετική απόφαση έχει γνωστοποιηθεί στον τρίτο. Οι απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν από τη γνωστοποίηση εξακολουθούν να αποδίδονται στο Δημόσιο.

Ωστόσο, η υπαγωγή στη ρύθμιση δεν αφαιρεί από την Εφορία όλα τα όπλα είσπραξης. Το Δημόσιο διατηρεί τη δυνατότητα εγγραφής υποθήκης όταν το χρέος δεν είναι διασφαλισμένο, μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και εξακολουθεί να έχει δικαίωμα συμψηφισμού απαιτήσεων με οφειλές του φορολογουμένου.

Οι παγίδες

Η διατήρηση της ρύθμισης απαιτεί συνέπεια όχι μόνο στην πληρωμή των δόσεων αλλά και στην εξυπηρέτηση των υπόλοιπων φορολογικών υποχρεώσεων. Τρεις είναι οι βασικές παγίδες:

  • Δύο απλήρωτες δόσεις. Η ρύθμιση χάνεται εάν ο οφειλέτης δεν πληρώσει δύο συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει τις δύο τελευταίες για διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών.
  • Παλαιές αρρύθμιστες οφειλές. Όσα ληξιπρόθεσμα χρέη δεν καλύπτονται από τις 120 δόσεις θα πρέπει να έχουν εξοφληθεί ή τακτοποιηθεί νόμιμα εντός ενός μήνα από την υπαγωγή.
  • Νέες φορολογικές εκκρεμότητες. Εάν κατά τη διάρκεια της ρύθμισης προκύψουν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές, ο φορολογούμενος θα πρέπει να τις εξοφλήσει ή να τις ρυθμίσει μέσα σε τρεις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής τους.

Η απώλεια της ρύθμισης καθιστά άμεσα απαιτητό το ανεξόφλητο υπόλοιπο και δίνει τη δυνατότητα στο Δημόσιο να επανενεργοποιήσει τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, με τις κατασχέσεις που είχαν περιοριστεί να αποκτούν εκ νέου ισχύ σύμφωνα με τον νόμο.

Δεκαετής αποπληρωμή και για τα χρέη στον ΕΦΚΑ

Στις 120 δόσεις μπορούν να ενταχθούν και οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ και τους λοιπούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Η νέα διάταξη επεκτείνει το υφιστάμενο σχήμα των 72 δόσεων, καλύπτοντας ασφαλιστικά χρέη που αφορούν περιόδους έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024. Η ελάχιστη μηνιαία δόση ορίζεται και εδώ στα 30 ευρώ, ενώ οι ενδιαφερόμενοι έχουν προθεσμία έως τις 30 Ιουνίου 2027 για την υποβολή αίτησης.

Για τις οφειλές που έχουν βεβαιωθεί στο Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ), οι αιτήσεις θα υποβάλλονται ηλεκτρονικά μέσω των υπηρεσιών του. Διαφορετική διαδικασία προβλέπεται για χρέη του πρώην Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ) και άλλων ασφαλιστικών φορέων, όπου η αίτηση υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία.

Σε αντίθεση με τη φορολογική ρύθμιση, η πρώτη δόση για τα ασφαλιστικά χρέη θα καταβάλλεται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα υποβολής της αίτησης, ενώ οι υπόλοιπες έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα.

Η βασική ασφαλιστική οφειλή κεφαλαιοποιείται και επιβαρύνεται με τόκο σύμφωνα με το επιτόκιο της πάγιας ρύθμισης ασφαλιστικών εισφορών. Για εκπρόθεσμη καταβολή δόσεων προβλέπεται πρόσθετη επιβάρυνση.

Οι οφειλέτες που τηρούν τη ρύθμιση μπορούν να λαμβάνουν ασφαλιστική ενημερότητα, ενώ αναστέλλεται η ποινική δίωξη για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Εφόσον έχει επιβληθεί ποινή, αναστέλλεται η εκτέλεσή της ή διακόπτεται εάν έχει ήδη ξεκινήσει. Παράλληλα, αναστέλλεται η συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης σε κινητά και ακίνητα. Δύο συνεχόμενες απλήρωτες δόσεις αρκούν για την απώλεια της ρύθμισης, ενώ ο οφειλέτης οφείλει να τακτοποιεί νόμιμα τις υπόλοιπες ασφαλιστικές υποχρεώσεις του καθ’ όλη τη διάρκειά της. Σε αντίθεση με τη ρύθμιση της Εφορίας, δεν προβλέπεται η συγκεκριμένη τρίμηνη προθεσμία για την τακτοποίηση νέων οφειλών.

Όσοι έχουν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις για χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία θα μπορούν να μεταπηδήσουν στις 120, εφόσον η υφιστάμενη ρύθμισή τους παραμένει ενεργή. Η επιλογή είναι προαιρετική, δίνοντας στους οφειλέτες τη δυνατότητα να σταθμίσουν το όφελος της μικρότερης μηνιαίας δόσης απέναντι στο πρόσθετο κόστος της δεκαετούς αποπληρωμής.