Καλά νέα έρχονται και όσον αφορά την ποιότητα των επενδυτών, καθώς σύμφωνα με τις πληροφορίες, περίπου το 70% των προσφορών προέρχεται από ξένα funds, εκ των οποίων αρκετά ανήκουν στους real time investors, δηλαδή επενδυτές που τοποθετούνται στην πραγματική οικονομία.
Τμήμα του ποσού που θα αντλήσει η επιχείρηση θα διατεθεί για αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανεισμού (όπως και τα επιπλέον 150 εκατ. ευρώ), μεγάλο τμήμα θα διατεθεί για υλοποίηση του νέου φιλόδοξου επιχειρηματικού της πλάνου για το πράσινο μετασχηματισμό της, ενώ ένα μικρό μέρος θα διατεθεί για δαπανών και εξόδων την προσφοράς.
Δέλεαρ για τους επενδυτές, το ελκυστικό κουπόνι, τα επίπεδα του οποίου δύσκολα συναντώνται σε εταιρικές εκδόσεις χωρών της ζώνης του ευρώ, καθώς επίσης τα χαρακτηριστικά του ομολόγου, δηλαδή τα γενικότερα κριτήρια ESG, που συνοδεύουν την έκδοση, ακόμη και αν αυτή είναι χωρίς εξασφαλίσεις. Σύμφωνα με αυτά, η ΔΕΗ δεσμεύεται να μειώσει κατά 40% τις εκπομπές CO2 από τα 23,1 εκατ. τόνους το 2019 σε 13,9 εκατ. τόνους το 2022, διαφορετικά το κουπόνι της έκδοσης θα αυξηθεί κατά 50 μονάδες βάσης.
Το «ομόλογο βιωσιμότητας» είναι πενταετούς διάρκειας, λήξης 2026, ύψους 500 εκατ. ευρώ, χωρίς εξασφαλίσεις και έχει πάρει διαβάθμιση B/BB- από τις S&P και Fitch με σταθερές προοπτικές, δηλαδή βαθμολογία ανάλογη με την αξιολόγηση της επιχείρησης από τους δύο διεθνείς τους οίκους.
Η ανταπόκριση της αγοράς στο «ομόλογο βιωσιμότητας» της ΔΕΗ επιβεβαιώνει μια γενικότερη τάση παγκοσμίως γι' αυτού τους είδους τα προϊόντα. Από τότε που ξέσπασε η πανδημία, έως και σήμερα, ολοένα και περισσότερα funds επιλέγουν να χρηματοδοτούν επιχειρήσεις που πληρούν κριτήρια περιβαλλοντικά, κοινωνικά καθώς και κριτήρια διακυβέρνησης (Environmental, Social and Governance- ESG), ακολουθώντας μια παγκόσμια τάση.
Τα στατιστικά δείχνουν ότι από το 2015 μέχρι σήμερα, τα κεφάλαια των funds που επενδύουν σε εταιρείες που πληρούν τα ESG κριτήρια έχουν αυξηθεί κατά 170%. Τα ίδια στοιχεία για την περσινή χρονιά δείχνουν ότι το σύνολο των κεφαλαίων των ESG funds παγκοσμίως, έφτασαν στο ποσό ρεκόρ των 1,7 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 50% έναντι του 2019, χρονιά επίσης ρεκόρ για την συγκεκριμένη κατηγορία.