Ένα «παγκόσμιο, αλλά ασύμμετρο» σοκ, απειλεί να προκαλέσει ο πόλεμος στο Ιράν, επιβαρύνοντας τις προοπτικές για οικονομίες που μόλις ανέκαμπταν από προηγούμενες κρίσεις, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Χώρες στην Αφρική και την Ασία που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου δυσκολεύονται ήδη όλο και περισσότερο να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες προμήθειες, «ακόμη και σε αυξημένες τιμές», ανέφερε το Ταμείο σε ανάρτηση στο ιστολόγιό του τη Δευτέρα.

«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε υψηλότερες τιμές και χαμηλότερη ανάπτυξη», σημείωσε το ΔΝΤ, σύμφωνα με το Bloomberg. Ο τελικός αντίκτυπος στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις υποδομές θα εξαρτηθεί από το αν η σύγκρουση αποδειχθεί σύντομη ή παρατεταμένη, προσθέτοντας ότι «η κατάσταση μπορεί να διαμορφωθεί κάπου ενδιάμεσα -με τις εντάσεις να συνεχίζονται, την ενέργεια ακριβή και τον πληθωρισμό δύσκολο να περιοριστεί- σε ένα περιβάλλον συνεχιζόμενης αβεβαιότητας και γεωπολιτικού κινδύνου».

Το Brent σημείωσε άνοδο προς τα 115 δολάρια το βαρέλι στις συναλλαγές της Δευτέρας, σε τροχιά για τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση που έχει καταγραφεί, καθώς αμερικανικά στρατεύματα καταφθάνουν στην περιοχή. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επανέλαβε τις απειλές του να καταστρέψει τις ενεργειακές υποδομές του Ιράν εάν δεν ανοίξουν σύντομα τα Στενά του Ορμούζ, ενισχύοντας τους φόβους για περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με την επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν.

Πέρα από τις διαταραχές στην ενέργεια, οι αυξήσεις στις τιμές τροφίμων και λιπασμάτων επηρεάζουν χώρες από τη Μέση Ανατολή έως τη Λατινική Αμερική, με τις οικονομικά ασθενέστερες χώρες να αντιμετωπίζουν κίνδυνο επισιτιστικής ανασφάλειας, προειδοποίησε το ΔΝΤ. Η διακοπή στις προμήθειες θρεπτικών στοιχείων για καλλιέργειες από τον Περσικό Κόλπο έρχεται την ώρα που ξεκινά η περίοδος σποράς στο βόρειο ημισφαίριο, απειλώντας τις συγκομιδές μέσα στη χρονιά.

Οι άνθρωποι σε χώρες χαμηλού εισοδήματος διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο όταν αυξάνονται οι τιμές τροφίμων, καθώς αυτές αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 36% των δαπανών κατανάλωσής τους, έναντι 20% στις αναδυόμενες οικονομίες και 9% στις ανεπτυγμένες, ανέφερε το ΔΝΤ στο blog του, που υπογράφεται από οικονομολόγους, μεταξύ των οποίων οι Tobias Adrian και Jihad Azour.

«Αυτό σημαίνει ότι κάθε άνοδος στις τιμές λιπασμάτων και τροφίμων δεν αποτελεί μόνο οικονομικό πρόβλημα αλλά και κοινωνικοπολιτικό, ιδιαίτερα όπου οι δημοσιονομικοί πόροι για την απορρόφηση των επιπτώσεων είναι περιορισμένοι», σημειώνεται.

Το Ταμείο θα δημοσιεύσει αναλυτική έκθεση για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας τον επόμενο μήνα, όταν υπουργοί Οικονομικών και διοικητές κεντρικών τραπεζών θα συγκεντρωθούν στην Ουάσινγκτον για τις εαρινές συνεδριάσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.