Με την ενεργειακή κρίση να ανεβάζει επικίνδυνα τον λογαριασμό για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και τις τιμές των καυσίμων να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ανοίξει μέσα στις επόμενες ημέρες τα χαρτιά της για το νέο πακέτο στήριξης, με αιχμή το αυξημένο επίδομα θέρμανσης, αλλά και τις παρεμβάσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης και το ντίζελ.

Ο σχεδιασμός αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όσο πλησιάζει η χειμερινή περίοδος, καθώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους απειλεί να μετατραπεί σε μία από τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις για τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Το κυβερνητικό επιτελείο επιχειρεί έτσι να δημιουργήσει ένα ισχυρότερο «δίχτυ» προστασίας, δίνοντας μεγαλύτερη ενίσχυση σε όσους χρησιμοποιούν πετρέλαιο, φυσικό αέριο ή ηλεκτρικό ρεύμα για να ζεστάνουν τα σπίτια τους.

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη προαναγγείλει ότι το φετινό επίδομα θέρμανσης θα είναι υψηλότερο από πέρυσι, ενώ η εξειδίκευση του μηχανισμού αναμένεται εντός των ημερών.

Το ακριβές ποσοστό αύξησης δεν έχει ακόμη «κλειδώσει». Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής δεδομένα δείχνουν ότι τα εισοδηματικά κριτήρια θα παραμείνουν αμετάβλητα, ώστε να μη μεταβληθεί ο βασικός κορμός των δικαιούχων.

Η ουσιαστική αλλαγή αναμένεται να προέλθει από την αύξηση της βάσης υπολογισμού του επιδόματος, η οποία θα οδηγήσει σε υψηλότερα ποσά για τους δικαιούχους. Ιδιαίτερη μέριμνα προβλέπεται και για τα νοικοκυριά που θερμαίνονται με ηλεκτρική ενέργεια, καθώς σχεδιάζεται μεγαλύτερη επιδότηση στο ρεύμα.

Οι τέσσερις περιπτώσεις – Ποιοι κερδίζουν περισσότερα

Τα πρώτα παραδείγματα αποτυπώνουν το εύρος της πρόσθετης ενίσχυσης που εξετάζεται και δείχνουν ότι, ανάλογα με την περιοχή, την οικογενειακή κατάσταση και το μέσο θέρμανσης, η διαφορά μπορεί να φθάσει ακόμη και τα 140 ευρώ.

Για ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά στην Αθήνα, το οποίο θερμαίνεται με φυσικό αέριο, το επίδομα την προηγούμενη περίοδο έφθανε έως τα 140 ευρώ. Με τον νέο σχεδιασμό εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κοντά στα 180 ευρώ, δηλαδή θα είναι αυξημένο περίπου κατά 40 ευρώ ή σχεδόν 29%.

Σημαντικά μεγαλύτερη θα μπορούσε να είναι η ενίσχυση για μια τετραμελή οικογένεια στη Φλώρινα, όπου λόγω των πολύ χαμηλότερων θερμοκρασιών οι ανάγκες θέρμανσης είναι σαφώς αυξημένες. Εφόσον η οικογένεια χρησιμοποιήσει ξανά πετρέλαιο, το επίδομα από τα έως 620 ευρώ της προηγούμενης περιόδου εκτιμάται ότι θα ανέλθει περίπου στα 760 ευρώ. Πρόκειται για αύξηση 140 ευρώ, δηλαδή περίπου 22,6%.

Στα Καλάβρυτα, μια μονογονεϊκή οικογένεια με ένα παιδί, η οποία θερμαίνεται με πετρέλαιο, είχε λάβει πέρυσι 320 ευρώ. Με τις νέες παραμέτρους το ποσό υπολογίζεται ότι μπορεί να φθάσει τα 410 ευρώ, αυξημένο κατά 90 ευρώ ή περίπου 28%.

Αυξημένη ενίσχυση προβλέπεται και για όσους χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια. Ένα ζευγάρι με τρία παιδιά στη Σύρο, το οποίο πέρυσι έλαβε 195 ευρώ, εκτιμάται ότι φέτος θα μπορεί να λάβει περίπου 250 έως 260 ευρώ. Η πρόσθετη ενίσχυση συνεπώς υπολογίζεται σε 55 έως 65 ευρώ, με ποσοστιαία αύξηση που μπορεί να ξεπεράσει το 33%.

Γιατί αλλάζει ο λογαριασμός φέτος

Η αύξηση του επιδόματος έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή εξίσωση έχει γίνει πολύ δυσκολότερη. Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου, οι πιέσεις στο φυσικό αέριο και η ευρύτερη αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές αυξάνουν το κόστος τόσο της θέρμανσης όσο και των μετακινήσεων.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα νοικοκυριά. Οι υψηλές τιμές του ντίζελ επηρεάζουν τις μεταφορές, την αγροτική παραγωγή, τη βιομηχανία και συνολικά το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Μέσω αυτής της αλυσίδας, ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ μπορεί να περάσει σταδιακά στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, δημιουργώντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.

Για αυτόν τον λόγο, η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το πόσο θα αυξηθεί το επίδομα θέρμανσης, αλλά και εάν μπορεί να υπάρξει ευρύτερη παρέμβαση στην τιμή των καυσίμων.

Το αίτημα Μητσοτάκη για τον ΕΦΚ

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει υπογραμμίσει την ανάγκη ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας που θα επιτρέψει την προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα.

Μια τέτοια παρέμβαση θα είχε διαφορετική λειτουργία από το επίδομα θέρμανσης. Ενώ το επίδομα αποτελεί στοχευμένη οικονομική ενίσχυση συγκεκριμένων δικαιούχων, μια μείωση του ΕΦΚ θα μπορούσε να επηρεάσει απευθείας την τελική τιμή των καυσίμων, υπό την προϋπόθεση ότι η φορολογική ελάφρυνση θα μετακυλιστεί στην αντλία.

Η Αθήνα επιδιώκει η συζήτηση να αποκτήσει ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς μια γενικευμένη και παρατεταμένη άνοδος των ενεργειακών τιμών δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα. Η προσωρινή φορολογική παρέμβαση παρουσιάζεται ως ένας τρόπος να περιοριστεί μέρος του ενεργειακού κόστους χωρίς κάθε κράτος-μέλος να αναγκάζεται να αντιμετωπίσει μόνο του τις συνέπειες της κρίσης.

Το ντίζελ στο επίκεντρο

Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η συζήτηση για το ντίζελ, καθώς η τιμή του επηρεάζει πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της οικονομίας από τις καθημερινές μετακινήσεις των οδηγών.

Φορτηγά, μεταφορικές επιχειρήσεις, επαγγελματίες και μεγάλο μέρος της παραγωγικής δραστηριότητας εξαρτώνται άμεσα από το πετρέλαιο κίνησης. Κάθε σημαντική αύξηση της τιμής του ανεβάζει το μεταφορικό κόστος, το οποίο μπορεί στη συνέχεια να ενσωματωθεί στις τιμές των προϊόντων.

Έτσι, η προσπάθεια συγκράτησης του ντίζελ συνδέεται όχι μόνο με την ανακούφιση οδηγών και επιχειρήσεων, αλλά και με τη συνολικότερη προσπάθεια περιορισμού ενός νέου κύματος ανατιμήσεων.

Τα κρίσιμα σημεία που μένει να «κλειδώσουν»

Οι τελικές ανακοινώσεις θα καθορίσουν το ακριβές ύψος της αύξησης του επιδόματος, τη νέα βάση υπολογισμού και τον τρόπο με τον οποίο θα ενισχυθούν περισσότερο όσοι χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια.

Παράλληλα, αναμένεται να αποσαφηνιστεί το εύρος των παρεμβάσεων στο πετρέλαιο θέρμανσης και το ντίζελ και κατά πόσο θα υπάρξει δυνατότητα για πρόσθετες κινήσεις ανάλογα με την εξέλιξη των διεθνών ενεργειακών τιμών.

Το πρώτο στίγμα, πάντως, έχει ήδη δοθεί: τα εισοδηματικά κριτήρια δεν αναμένεται να αλλάξουν, αλλά τα ποσά της ενίσχυσης θα κινηθούν υψηλότερα, με τα ενδεικτικά παραδείγματα να δείχνουν αυξήσεις από περίπου 40 έως 140 ευρώ.

Για εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, επομένως, το ενδιαφέρον μεταφέρεται πλέον στις τελικές αποφάσεις και κυρίως στο πόσο από την εκρηκτική αύξηση του ενεργειακού κόστους θα μπορέσει τελικά να απορροφήσει το νέο πακέτο στήριξης μέσα στον δύσκολο χειμώνα που βρίσκεται μπροστά.