Δύο βασικά πλεονεκτήματα φαίνεται πως αποκτά η ελληνική οικονομία μέσα στο νέο κύμα διεθνούς αβεβαιότητας που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις του στις τιμές της ενέργειας. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την υπόλοιπη Ευρώπη και από την άλλη συνεχίζει να καταγράφει ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα και ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στις εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν, οι οποίες δημοσιοποιήθηκαν αυτή την εβδομάδα και επιβεβαιώνουν ότι, παρά το ενεργειακό σοκ και τις πιέσεις που προκαλεί η κρίση με το Ιράν, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις από τον μέσο όρο της ΕΕ και της ευρωζώνης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη στην Ευρώπη, εξαιτίας της αύξησης των τιμών της ενέργειας, του πληθωρισμού και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Ωστόσο, για την Ελλάδα οι εκτιμήσεις παραμένουν σαφώς πιο θετικές.

Συγκεκριμένα, η ανάπτυξη στην ελληνική οικονομία προβλέπεται στο 1,8% το 2026 και στο 1,6% το 2027, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ εκτιμάται στο 1,1% και 1,4% αντίστοιχα. Στην ευρωζώνη, μάλιστα, ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται ακόμη χαμηλότερος, στο 0,9%.

Παράλληλα, η Ελλάδα συνεχίζει να εμφανίζει καλύτερη δημοσιονομική εικόνα σε σχέση με τους ευρωπαίους εταίρους της. Η Κομισιόν προβλέπει ότι το δημοσιονομικό ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης θα παραμείνει πλεονασματικό, με πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ το 2026 και 0,6% το 2027.

Την ίδια ώρα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη τα ελλείμματα διευρύνονται λόγω της ενεργειακής κρίσης και των αυξημένων κρατικών δαπανών για στήριξη οικονομιών και επιχειρήσεων.

Ακόμη πιο σημαντική θεωρείται η πορεία του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν, το ελληνικό χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται αισθητά, από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 140,7% το 2026 και σε 134,4% το 2027.

Αντίθετα, στην υπόλοιπη Ευρώπη η τάση είναι ανοδική, με το χρέος τόσο στην ΕΕ όσο και στην ευρωζώνη να αυξάνεται τα επόμενα χρόνια.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, έναν σημαντικό δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος επιτρέπει στην Αθήνα να εξετάζει νέα μέτρα ανακούφισης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις εφόσον συνεχιστεί η ενεργειακή πίεση και η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Στο οικονομικό επιτελείο υπάρχει ήδη προβληματισμός για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μία παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, στα καύσιμα και συνολικά στον πληθωρισμό, ιδιαίτερα ενόψει χειμώνα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο τραπέζι βρίσκονται σενάρια για:

  • νέες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος εάν οι τιμές εκτοξευθούν,
  • παρεμβάσεις στα καύσιμα μέσω ενίσχυσης μεταφορικού κόστους ή στοχευμένων επιδοτήσεων,
  • ενίσχυση ευάλωτων νοικοκυριών μέσω επιδομάτων θέρμανσης και κοινωνικών παροχών,
  • καθώς και πιθανές φορολογικές ελαφρύνσεις ή μόνιμες μειώσεις βαρών εφόσον διατηρηθεί η θετική πορεία των δημόσιων εσόδων.

Παράλληλα, η κυβέρνηση εξετάζει να επισπεύσει ορισμένες παρεμβάσεις που έχουν ήδη προαναγγελθεί για το 2026, όπως νέα μέτρα για τη στήριξη της μεσαίας τάξης, επιπλέον μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών και παρεμβάσεις στο στεγαστικό κόστος.

Το βασικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα, σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές, είναι ότι η χώρα εισέρχεται στη νέα περίοδο διεθνών αναταράξεων με σαφώς ισχυρότερη δημοσιονομική θέση σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις, γεγονός που επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στην άσκηση κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής.

Μάλιστα, εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις της Κομισιόν, το 2026 ενδέχεται να αποτελέσει και ένα ιστορικό ορόσημο για τη χώρα, καθώς η Ελλάδα αναμένεται να πάψει να είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα της ευρωζώνης, θέση που προβλέπεται να περάσει πλέον στην Ιταλία.