Με το βλέμμα στραμμένο στη Θεσσαλονίκη και στη σκηνή του Βελλιδείου βρίσκεται το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς απομένουν πλέον μόλις τρεις ημέρες μέχρι την πρωθυπουργική ομιλία για τα εγκαίνια της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Το πακέτο των μέτρων έχει ήδη οριστικοποιηθεί από τα τέλη Αυγούστου και το κυβερνητικό επιτελείο επικεντρώνεται πλέον στην τελική επεξεργασία των ανακοινώσεων και, κυρίως, στο πολιτικό μήνυμα που θα τις συνοδεύσει. Η φετινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ αποκτά ιδιαίτερο βάρος για το κυβερνητικό στρατόπεδο. Για όγδοη φορά ο πρωθυπουργός θα ανέβει στο βήμα του Βελλιδείου, επιχειρώντας όχι μόνο να παρουσιάσει τις νέες παρεμβάσεις της κυβέρνησης, αλλά και να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με την κοινωνία.

Το νέο «συμβόλαιο αλήθειας»

Στο Μέγαρο Μαξίμου μιλούν για ένα νέο «συμβόλαιο αλήθειας», με την κυβέρνηση να επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τη συνέπεια ανάμεσα στις προεκλογικές δεσμεύσεις και στο έργο που έχει υλοποιηθεί. Οι λέξεις που αναμένεται να κυριαρχήσουν στην πρωθυπουργική ομιλία είναι συγκεκριμένες: αξιοπιστία, συνέπεια, εμπιστοσύνη και σταθερότητα.

Πίσω από τις τέσσερις αυτές έννοιες βρίσκεται η βασική στρατηγική του κυβερνητικού επιτελείου. Η Νέα Δημοκρατία θέλει να παρουσιάσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως τον πολιτικό που μπορεί να εγγυηθεί συνέχεια, σταθερότητα και αποτελεσματικότητα, σε αντίθεση με μια αντιπολίτευση που, σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα, δυσκολεύεται να παρουσιάσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Μπαράζ συσκέψεων για τα μέτρα

Οι τελευταίες ημέρες πριν από την ομιλία είναι, ως εκ τούτου, κρίσιμες. Οι συσκέψεις στο Μαξίμου επικεντρώνονται στις λεπτομέρειες, ώστε οι εξαγγελίες να μην αποτελέσουν απλώς έναν κατάλογο οικονομικών μέτρων, αλλά να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πολιτικό αφήγημα με σαφές αποτύπωμα.

Το ζητούμενο για την κυβέρνηση είναι να πείσει ότι οι παρεμβάσεις που θα ανακοινωθούν δεν αποτελούν αποσπασματικές παροχές, αλλά μέρος μιας συνεκτικής στρατηγικής για την επόμενη περίοδο. Παράλληλα, η επιλογή της λέξης «σταθερότητα» μόνο τυχαία δεν είναι, καθώς αποτελεί βασικό πυλώνα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας ενόψει των επόμενων πολιτικών αναμετρήσεων.

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρούν ότι η συνέπεια λόγων και έργων, σε συνδυασμό με την αποτελεσματικότητα, συνιστούν το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα του πρωθυπουργού. Αυτό ακριβώς θα επιχειρήσει να αναδείξει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το Βελλίδειο.

Η ΔΕΘ, επομένως, εξελίσσεται σε ένα κρίσιμο πολιτικό τεστ για την κυβέρνηση. Δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος και το εύρος των μέτρων, αλλά και από την ικανότητα του πρωθυπουργού να πείσει ότι η κυβερνητική πορεία παραμένει αξιόπιστη, συνεπής και αποτελεσματική — και ότι η επιλογή της σταθερότητας εξακολουθεί να αποτελεί την ασφαλέστερη πολιτική πρόταση για την επόμενη ημέρα.

Νέα αύξηση του κατώτατου µισθού

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μάλτη για την Απογευματινή, στην πρώτη γραµµή βρίσκεται η νέα αύξηση του κατώτατου µισθού, µε τον βασικό στόχο να προβλέπει την άνοδό του από τα 920 στα 970 ευρώ το 2027, δηλαδή πάνω από τον στόχο που είχε θέσει στην αρχή της τετραετίας η κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας. Το επιπλέον ποσό προανήγγειλε την περασµένη Παρασκευή ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο πλαίσιο της περιοδείας του στη ∆υτική Μακεδονία. Παρέµβαση η οποία θα ωφελήσει πάνω από 1.300.000 εργαζόµενους στον ιδιωτικό και δηµόσιο τοµέα. Παράλληλα, οι 500.000 εργαζόµενοι που συµπληρώνουν τριετία θα δουν επιπλέον προσαύξηση στις αποδοχές τους κατά 10%, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και η αύξηση της αξίας των διατακτικών σίτισης από τα 6 στα 10 ευρώ ηµερησίως.

Οι παρεμβάσεις για τις επιχειρήσεις

Την ίδια ώρα, για τις επιχειρήσεις εξετάζονται παρεµβάσεις στο τέλος επιτηδεύµατος, στην προκαταβολή φόρου, στον φορολογικό συντελεστή των επιχειρηµατικών κερδών και στις εργοδοτικές εισφορές. Για τους ελεύθερους επαγγελµατίες, το ενδιαφέρον στρέφεται σε ένα νέο µοντέλο τεκµαρτής φορολόγησης, στο οποίο η φορολογική συνέπεια θα µπορούσε να οδηγεί σε σταδιακή µείωση ή ακόµη και κατάργηση του τεκµηρίου. Η αύξηση του µεικτού µισθού µεταφράζεται σε υψηλότερες καθαρές αποδοχές, αν και το τελικό όφελος εξαρτάται από το φορολογικό και ασφαλιστικό πλαίσιο που θα ισχύσει το 2027. Με τα σηµερινά δεδοµένα, τα 920 ευρώ µεικτά αντιστοιχούν περίπου σε 772 ευρώ καθαρά για εργαζόµενο πλήρους απασχόλησης. Αν ο κατώτατος µισθός αυξηθεί στα 970 ευρώ µεικτά, τα καθαρά φτάνουν περίπου στα 808 ευρώ, ενώ αν ο κατώτατος µισθός αγγίξει τα 1.000 ευρώ, οι καθαρές αποδοχές εκτιµάται ότι θα φτάσουν περίπου στα 829 ευρώ.

Η νέα αύξηση δεν αποτελεί όµως το τέλος της διαδροµής. Ο σχεδιασµός έχει ορίζοντα έως το 2030, µε τον στόχο για τον κατώτατο µισθό να τοποθετείται στην περιοχή των 1.350-1.400 ευρώ. Παράλληλα, για τον µέσο µισθό έχει τεθεί ως µακροπρόθεσµη επιδίωξη η προσέγγιση των 2.000 ευρώ έως το 2031.

Επαναφορά των τριετιών

Σηµαντική ανάσα στις αποδοχές εκατοντάδων χιλιάδων εργαζοµένων αναµένεται να δώσει και η επαναφορά των τριετιών. Μετά το «ξεπάγωµα» των µισθολογικών ωριµάνσεων το 2024, οι πρώτοι εργαζόµενοι συµπληρώνουν την απαιτούµενη τριετή περίοδο και από την 1η Ιανουαρίου 2027 αναµένεται να αρχίσουν να λαµβάνουν την αντίστοιχη προσαύξηση.

Η πρώτη τριετία προβλέπει προσαύξηση 10%. Έτσι, για έναν άγαµο εργαζόµενο που ξεκίνησε για πρώτη φορά να εργάζεται την 1η Ιανουαρίου 2024 και αµείβεται µε τον κατώτατο µισθό των 920 ευρώ, η προσαύξηση ανέρχεται σε 92 ευρώ και οι µεικτές αποδοχές διαµορφώνονται στα 1.012 ευρώ. Για έναν έγγαµο εργαζόµενο, στον οποίο αντιστοιχεί και επίδοµα γάµου, το ποσό µπορεί να φτάσει στα 1.104 ευρώ. Το κρίσιµο στοιχείο είναι ότι η αύξηση από την τριετία λειτουργεί συµπληρωµατικά προς την αναπροσαρµογή του κατώτατου µισθού, µε αποτέλεσµα για όσους θεµελιώνουν δικαίωµα να δηµιουργείται πρόσθετη µισθολογική ενίσχυση.

Αντίστοιχη επίδραση αναµένεται να υπάρξει και στους δηµόσιους υπαλλήλους. Ο κατώτατος µισθός στην κατηγορία Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης αναµένεται να διαµορφωθεί στην περιοχή των 960-970 ευρώ. Παράλληλα, αύξηση περίπου 40 ευρώ προβλέπεται σε κάθε µισθολογικό βήµα, επηρεάζοντας όλα τα µισθολόγια, ακόµη και τα ειδικά. Το τελικό όφελος για κάθε δηµόσιο υπάλληλο θα εξαρτηθεί από το µισθολογικό κλιµάκιό του, τις ωριµάνσεις, τις αλλαγές στα επιδόµατα και τυχόν ειδικές αυξήσεις που αφορούν συγκεκριµένους κλάδους όπως οι ένστολοι.

Αύξηση της αξίας των διατακτικών

Σηµαντική παρέµβαση για το διαθέσιµο εισόδηµα µπορεί να αποτελέσει και η αύξηση της αξίας των διατακτικών σίτισης. Η πρόταση προβλέπει την αύξηση της ηµερήσιας αξίας τους από τα 6 στα 10 ευρώ και έχει υποβληθεί από κοινού από τους κοινωνικούς εταίρους. Εφόσον υιοθετηθεί, το µέτρο θα µπορούσε να αφορά περίπου 800.000 µισθωτούς. Σε πλήρη βάση ηµερών εργασίας, η αύξηση της αξίας των διατακτικών θα µπορούσε να µεταφραστεί σε όφελος που προσεγγίζει τα 300 ευρώ τον µήνα. Παράλληλα, εξετάζεται η αναπροσαρµογή του ορίου µέχρι το οποίο οι διατακτικές σίτισης απαλλάσσονται από ασφαλιστικές εισφορές.

Τέλος επιτηδεύµατος

Στο µέτωπο των επιχειρήσεων µία από τις σηµαντικότερες παρεµβάσεις αφορά το τέλος επιτηδεύµατος. Το τέλος έχει ήδη καταργηθεί για τους ελεύθερους επαγγελµατίες από το 2025, εξακολουθεί όµως να επιβαρύνει τις εταιρείες µε ποσά από 800 έως 1.000 ευρώ τον χρόνο. Η πλήρης κατάργησή του για τις επιχειρήσεις θα έχει δηµοσιονοµικό κόστος περίπου 240.000.000 ευρώ ετησίως.

Παράλληλα, εξετάζεται η µείωση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρηµατικών κερδών από το 22% στο 20%, εξέλιξη που θα µειώσει περαιτέρω τη φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Μεγαλύτερο δηµοσιονοµικό βάρος έχει η προκαταβολή φόρου. Σήµερα οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν ποσό ίσο µε το 80% του φόρου εισοδήµατος, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελµατίες το ποσοστό ανέρχεται σε 55%. Τα σενάρια που βρίσκονται στο τραπέζι προβλέπουν µείωση της προκαταβολής στο 40% για τους επαγγελµατίες και στο 50%-60% για τις µικρές επιχειρήσεις, ανάλογα µε τον κύκλο εργασιών. Στο πακέτο των µέτρων περιλαµβάνεται και νέα µείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαίες µονάδες. Από το 2019 η συνολική αποκλιµάκωση των εισφορών έχει φτάσει τις 5,4 µονάδες. Εφόσον προχωρήσει η νέα παρέµβαση, το συνολικό ποσοστό θα διαµορφωθεί στο 35,66%. Το ετήσιο δηµοσιονοµικό κόστος υπολογίζεται περίπου στα 245.000.000 ευρώ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το νέο µοντέλο που εξετάζεται για τους περίπου 700.000 ελεύθερους επαγγελµατίες. Η βασική ιδέα είναι η σύνδεση της τεκµαρτής φορολόγησης µε τον βαθµό φορολογικής και ασφαλιστικής συµµόρφωσης. Με βάση το υπό εξέταση µοντέλο, το τεκµήριο δεν θα λειτουργεί απαραίτητα ως µόνιµος και οριζόντιος µηχανισµός φορολόγησης. Αντίθετα, όσοι αποδεδειγµένα παρουσιάζουν υψηλή συνέπεια θα µπορούν να βλέπουν σταδιακά το τεκµαρτό εισόδηµά τους να µειώνεται. Σε περιπτώσεις ιδιαίτερα υψηλής φορολογικής συνέπειας δεν αποκλείεται ακόµη και η πλήρης κατάργηση του τεκµαρτού τρόπου υπολογισµού.

Επίδομα παιδιού

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Αντώνη Βασιλόπουλου για τα Παραπολιτικά, στο πακέτο παρεμβάσεων περιλαμβάνονται και μέτρα για τις οικογένειες με παιδιά. Ενα από τα σενάρια που εξετάζονται αφορά σημαντική αύξηση των βασικών ποσών του επιδόματος παιδιού Α21, χωρίς μεταβολή των εισοδηματικών κριτηρίων. Μια αύξηση της τάξης του 30% εκτιμάται ότι θα είχε δημοσιονομικό κόστος περίπου 200 εκατ. ευρώ ετησίως. Η συγκεκριμένη παρέμβαση θεωρείται ιδιαίτερα στοχευμένη, καθώς θα ενίσχυε τα νοικοκυριά που ήδη πληρούν τα υφιστάμενα εισοδηματικά κριτήρια. Στο ίδιο πλαίσιο βρίσκεται και η πιθανότητα επανάληψης της έκτακτης ενίσχυσης των 150 ευρώ ανά παιδί. Πρόκειται για μέτρο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως άμεση ανάσα για τις οικογένειες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος στέγασης, διατροφής και καθημερινών αναγκών εξακολουθεί να πιέζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Βρεφονηπιακοί

Ταυτόχρονα με τη χορήγηση voucher για βρεφονηπιακούς σταθμούς χωρίς εισοδηματικά κριτήρια για πολύτεκνους εξετάζεται νέα αύξηση των εισοδηματικών κριτηρίων για τις υπόλοιπες κατηγορίες οικογενειών. Σήμερα για οικογένειες με έως δύο παιδιά το εισοδηματικό όριο είναι 35.000 ευρώ κατ' έτος και για τρίτεκνες αυξάνεται στις 38.000 ευρώ. Το πρόγραμμα αφορά βρέφη, νήπια και παιδιά που φιλοξενούνται σε βρεφικούς και παιδικούς σταθμούς, αλλά και παιδιά και εφήβους που συμμετέχουν σε δομές δημιουργικής απασχόλησης (ΚΔΑΠ). Επιπλέον σχεδιάζεται η διεύρυνση εισοδηματικών κριτηρίων για οικογένειες με δύο ή τρία παιδιά. Σημαντικές αλλαγές προβλέπονται και για τους γονείς με τρία ή περισσότερα παιδιά που επιθυμούν να αποκτήσουν οικογενειακό αυτοκίνητο. Ηδη προβλέπεται πλήρης απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης για Ι.Χ. έως 2.000 κ.εκ., ενώ για οχήματα μεγαλύτερου κυβισμού προβλέπεται απαλλαγή 50% του τέλους.

Αύξηση της επιστροφής ενοικίου για νέους έως 30 ετών

Στις προτάσεις που εξετάζει το οικονομικό επιτελείο περιλαμβάνεται και η αύξηση της επιστροφής ενοικίου για νέους έως 30 ετών. Το βασικό σενάριο που κοστολογείται είναι η επιστροφή δύο ενοικίων τον χρόνο, όπως γίνεται μέχρι σήμερα για εκπαιδευτικούς, γιατρούς, νοσηλευτές και άλλους υγειονομικούς που υπηρετούν στην περιφέρεια. Μάλιστα, θα συζητηθεί και η περίπτωση αύξησης της συμμετοχής στα τρία ενοίκια τον χρόνο, σε περίπτωση συγκατοίκησης δύο νέων. Το μέτρο εκτιμάται ότι θα δώσει, εκτός των άλλων, ανάσα σε δεκάδες χιλιάδες φοιτητές.

Συντάξεις: Κατάργηση της προσωπικής διαφοράς

Στις προθέσεις της κυβέρνησης είναι και η πλήρης κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, του κόφτη των αυξήσεων για περισσότερους από 671.586 παλαιούς συνταξιούχους. Με την παρέμβαση αυτή θα αλλάξει από την 1η Ιανουαρίου 2027 το τοπίο, καθώς πλέον δεν θα βλέπουν τις αυξήσεις μόνο λογιστικά, αλλά σε υψηλότερο ποσό σύνταξης στον τραπεζικό λογαριασμό. Η αλλαγή αφορά κυρίως τους παλαιούς συνταξιούχους, δηλαδή όσους είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί πριν από την εφαρμογή του Νόμου Κατρούγκαλου και εξακολουθούν να εμφανίζουν θετική προσωπική διαφορά μετά τους επανυπολογισμούς των συντάξεών τους. Η μέση μηνιαία αύξηση υπολογίζεται περίπου στα 44 ευρώ, δηλαδή 528 ευρώ ετησίως, ενώ το όφελος διαφοροποιείται ανάλογα με το ασφαλιστικό ταμείο και το ύψος της σύνταξης.

Τέλος, ανοιχτό παραμένει ακόμη το ενδεχόμενο καθιέρωσης 13ης σύνταξης στους χαμηλοσυνταξιούχους, με διεύρυνση των δικαιούχων που συνταξιοδοτούνται από το 62ο έτος λαμβάνοντας σύνταξη έως 1.000 μικτά. Το ποσό της ενίσχυσης θα αφορά 1.800.000 συνταξιούχους, οι οποίοι θα λαμβάνουν το ποσό που αναλογεί σήμερα στην εθνική σύνταξη (446,87 ευρώ). Η συγκεκριμένη ενίσχυση θα δοθεί από το 2028, αφού καταργηθεί η προηγούμενη ενίσχυση του Νοεμβρίου, που αντιστοιχεί στα 250 ευρώ, τα οποία για φέτος θα γίνουν 300 ή και 400 ευρώ. Την συγκεκριμένη ενίσχυση λαμβάνουν οι χαμηλοσυνταξιούχοι από το 65ο έτος και πάνω.