Διπλή ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία δίνουν Scope Ratings και Moody’s, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική βελτίωση που έχει συντελεστεί στα δημοσιονομικά μεγέθη, στη διαχείριση του δημόσιου χρέους και στην ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Η Scope προχώρησε σε νέα αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας σε BBB+ από BBB, με Stable outlook, ενώ η Moody’s διατήρησε την αξιολόγηση στο Baa3, αλλά αναβάθμισε τις προοπτικές σε θετικές από σταθερές.
Πίσω όμως από τις βαθμίδες, τα outlook και τους τεχνικούς όρους των οίκων αξιολόγησης βρίσκεται το βασικό ερώτημα για την πραγματική οικονομία: τι σημαίνουν όλα αυτά για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά;
Τι αλλάζει για τις επιχειρήσεις
Η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της Ελλάδας περιορίζει τον κίνδυνο χώρας και δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης για το Δημόσιο, τις τράπεζες και τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Για τις μεγάλες εταιρείες, μια ισχυρότερη πιστοληπτική εικόνα της χώρας μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και να συμβάλει σε ευνοϊκότερους όρους άντλησης κεφαλαίων μέσω εταιρικών ομολόγων.
Παράλληλα, η εδραίωση της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα διευρύνει τη δεξαμενή των διεθνών θεσμικών επενδυτών που μπορούν να τοποθετήσουν κεφάλαια σε ελληνικά assets. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για κλάδους με μεγάλες κεφαλαιακές ανάγκες, όπως η ενέργεια, οι υποδομές, η τεχνολογία και ο τουρισμός.
Υπάρχει και ένας δεύτερος δρόμος μέσω του οποίου μπορεί να περάσει η θετική επίδραση στην πραγματική οικονομία: οι τράπεζες. Η βελτίωση του κινδύνου χώρας δημιουργεί καλύτερες συνθήκες πρόσβασης των ελληνικών τραπεζών στις αγορές και, εφόσον μεταφερθεί στην πιστωτική πολιτική, μπορεί να υποστηρίξει τη χρηματοδότηση επενδύσεων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Τι σημαίνει για τα νοικοκυριά
Για τα νοικοκυριά, η επίδραση είναι περισσότερο έμμεση και σταδιακή. Μια αναβάθμιση δεν σημαίνει ότι την επόμενη ημέρα αυξάνονται οι μισθοί ή μειώνονται αυτομάτως οι δόσεις των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων.
Η σημασία της βρίσκεται κυρίως στις συνθήκες που δημιουργεί σε βάθος χρόνου. Η προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων μπορεί να ενισχύσει την απασχόληση και τη ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό, ενώ η ισχυρότερη οικονομική δραστηριότητα μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις για υψηλότερα εισοδήματα.
Παράλληλα, η αποκλιμάκωση του κινδύνου χώρας και η καλύτερη πρόσβαση τραπεζών και επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά για το κόστος του χρήματος στην ελληνική οικονομία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι αξιολογήσεις των οίκων καθορίζουν από μόνες τους τα επιτόκια των δανείων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το δημοσιονομικό σκέλος. Όσο το δημόσιο χρέος μειώνεται και περιορίζονται μακροπρόθεσμα οι ανάγκες εξυπηρέτησής του, δημιουργούνται μεγαλύτερα περιθώρια ώστε οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι να κατευθύνονται σε φορολογικές ελαφρύνσεις, κοινωνικές πολιτικές ή άλλες δαπάνες προτεραιότητας, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρούνται οι δημοσιονομικοί στόχοι.
Το χρέος αλλάζει την εικόνα της χώρας
Στο επίκεντρο και των δύο αξιολογήσεων βρίσκεται η ταχύτατη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Η Moody’s καταγράφει υποχώρηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ στο 146,1% το 2025, από 154,2% το 2024 και 209,4% στο υψηλό του 2020, προβλέποντας ότι μπορεί να περιοριστεί περίπου στο 120% έως το 2030.
Ακόμη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση προβλέπει η Scope, η οποία εκτιμά ότι το χρέος θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026 και στη συνέχεια κοντά στο 110% έως το 2031.
Καθοριστικό ρόλο παίζουν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η ανάπτυξη και οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους. Η Ελλάδα προχώρησε σε πρόωρη αποπληρωμή 5,3 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025 και σχεδιάζει πρόσθετες αποπληρωμές 13 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026.
Πρόκειται συνολικά για 18,3 δισ. ευρώ μέσα σε δύο χρόνια, εξέλιξη που περιορίζει τόσο το συνολικό χρέος όσο και τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες.
Το «μαξιλάρι» των 31 δισ. ευρώ
Το υψηλό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να αποτελεί αδυναμία, ωστόσο η δομή του περιορίζει σημαντικά τους κινδύνους από τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.
Περίπου 70% του ελληνικού δημόσιου χρέους βρίσκεται σε πιστωτές του επίσημου τομέα και διέπεται από ευνοϊκούς όρους, ενώ η μέση σταθμισμένη διάρκειά του ανερχόταν τον Ιούνιο του 2026 στα 18,3 χρόνια.
Ταυτόχρονα, τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου βρίσκονται περίπου στα 31 δισ. ευρώ, δημιουργώντας ένα σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι σε ενδεχόμενες αναταράξεις.
Η Scope εκτιμά ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν άνετα κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, ενώ οι πληρωμές τόκων προβλέπεται να αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 6,8% των κρατικών εσόδων την περίοδο 2026-2031.
Το «όπλο» των πρωτογενών πλεονασμάτων
Ιδιαίτερα θετική είναι η αποτίμηση της Scope για τις δημοσιονομικές επιδόσεις.
Το 2025 η Ελλάδα εμφάνισε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ για το 2026 προβλέπεται συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 3% και πρωτογενές πλεόνασμα 4,1% του ΑΕΠ.
Για το 2027 αναμένεται αποκλιμάκωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,7%, ενώ η Scope θεωρεί ότι την περίοδο 2028-2031 η Ελλάδα μπορεί να διατηρήσει κατά μέσο όρο πρωτογενή πλεονάσματα περίπου 3% του ΑΕΠ.
Σημαντική είναι και η αλλαγή στη φορολογική συμμόρφωση. Σύμφωνα με τη Moody’s, το εκτιμώμενο κενό ΦΠΑ περιορίστηκε περίπου στο 9% το 2024 από 24% το 2019, φθάνοντας κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η μεγάλη αλλαγή στις επενδύσεις
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της αξιολόγησης της Moody’s αφορά τη μεταβολή του αναπτυξιακού μοντέλου.
Ο οίκος εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία αποκτά περισσότερο επενδυτικό προσανατολισμό, με τις ιδιωτικές επενδύσεις να αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του λόγου επενδύσεων προς ΑΕΠ από το 2020.
Η διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς υποδηλώνει ότι η επενδυτική ανάκαμψη δεν αποτελεί αποκλειστικά αποτέλεσμα του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η Ελλάδα είχε εισπράξει έως τον Ιούνιο του 2026 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, σχεδόν το 70% των συνολικά κατανεμημένων πόρων, με τις επενδύσεις να κατευθύνονται μεταξύ άλλων σε υποδομές, ψηφιοποίηση και πράσινη μετάβαση.
Το κρίσιμο τεστ θα έρθει μετά την ολοκλήρωση των εκταμιεύσεων: κατά πόσο δηλαδή η επενδυτική δυναμική θα μπορέσει να διατηρηθεί και χωρίς τη σημερινή ένταση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων.
Μεγαλώνουν οι ελληνικές επιχειρήσεις
Η Moody’s διαπιστώνει παράλληλα σημαντικές αλλαγές στη δομή του επιχειρηματικού τομέα.
Το μερίδιο των επιχειρήσεων με 50 ή περισσότερους εργαζομένους στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε περίπου στο 60% το 2024 από 45% το 2009. Ταυτόχρονα ενισχύονται η μεταποίηση υψηλής τεχνολογίας και οι εξαγωγές χρηματοοικονομικών και επαγγελματικών υπηρεσιών.
Η Moody’s υπολογίζει σήμερα τη δυνητική ανάπτυξη της Ελλάδας περίπου στο 1,5%, θεωρώντας όμως ότι οι μεταβολές αυτές αυξάνουν τις πιθανότητες να κινηθεί υψηλότερα μελλοντικά.
Η Scope τοποθετεί τη δυνητική ανάπτυξη περίπου στο 1,3%, ενώ προβλέπει πραγματική αύξηση του ΑΕΠ 1,9% το 2026 και 1,7% το 2027. Την περίοδο 2023-2025 η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά μέσο όρο 2,1%, έναντι περίπου 1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα «αγκάθια» παραμένουν
Παρά τη θετική εικόνα, οι δύο οίκοι καταγράφουν σημαντικές αδυναμίες.
Το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό, η παραγωγικότητα εξακολουθεί να αυξάνεται με μέτριους ρυθμούς και οι δημογραφικές πιέσεις αναμένεται να επηρεάσουν την προσφορά εργασίας και τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες.
Η Scope προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει περίπου στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, ενώ η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας βρισκόταν στο -142% του ΑΕΠ το 2025.
Η Moody’s επισημαίνει επίσης το μεγάλο απόθεμα προβληματικού ιδιωτικού χρέους που έχει μετακινηθεί εκτός τραπεζικού συστήματος, αλλά εξακολουθεί να επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το στοίχημα της επόμενης αναβάθμισης
Η αναβάθμιση της Scope στο BBB+ και το θετικό outlook της Moody’s μεταφέρουν πλέον το ενδιαφέρον στο επόμενο βήμα.
Για τη Moody’s, νέα αναβάθμιση θα μπορούσε να έρθει εφόσον η Ελλάδα παρουσιάσει ένα αξιόπιστο πολυετές πρόγραμμα οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσει μόνιμα τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας. Η περαιτέρω μείωση του χρέους θα λειτουργούσε θετικά, αλλά ο οίκος επισημαίνει ότι δεν θα ήταν από μόνη της αρκετή.
Η Scope συνδέει μια μελλοντική υψηλότερη αξιολόγηση με την αύξηση της παραγωγικότητας και της δυνητικής ανάπτυξης, την περαιτέρω βελτίωση των δημοσιονομικών θεμελιωδών και την αντιμετώπιση των εξωτερικών ανισορροπιών.
Μετά την ανάκτηση και την περαιτέρω ενίσχυση της επενδυτικής βαθμίδας, το επόμενο στοίχημα είναι διαφορετικό: η σημερινή επενδυτική και δημοσιονομική δυναμική να μετατραπεί σε μόνιμα υψηλότερη παραγωγικότητα, ισχυρότερη ανάπτυξη και χαμηλότερο δημόσιο χρέος.