Σε μια κρίσιμη φάση εισέρχεται η προσπάθεια αλλαγής του πλαισίου διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων, καθώς ολοκληρώνεται η δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις αφορούν δυνητικά απαιτήσεις ύψους περίπου 80 δισ. ευρώ και επιχειρούν να διαμορφώσουν νέους κανόνες στις σχέσεις μεταξύ δανειοληπτών, εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων.

Η διαδικασία της διαβούλευσης ολοκληρώνεται σήμερα, Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, με τις δύο πλευρές να καταθέτουν παρατηρήσεις και αιτήματα για αλλαγές. Στόχος της κυβέρνησης είναι να ενισχυθεί η διαφάνεια, να περιοριστούν οι καθυστερήσεις και να διευκολυνθεί η εξεύρεση βιώσιμων λύσεων για οφειλές που παραμένουν σε εκκρεμότητα επί σειρά ετών.

Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στο ποιες προτάσεις θα ενσωματωθούν στο τελικό κείμενο και ποιες ρυθμίσεις θα διατηρηθούν πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή.

Το βάρος των 80 δισ. ευρώ

Το ύψος των απαιτήσεων που συνδέονται με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτυπώνει τη σημασία της παρέμβασης. Για χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η διαχείριση παλαιών οφειλών εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό οικονομικό πρόβλημα, ιδίως όταν η συσσώρευση τόκων και επιβαρύνσεων δυσχεραίνει την αποπληρωμή τους.

Την ίδια στιγμή, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον όπου η ανάγκη αποτελεσματικής είσπραξης συνυπάρχει με την υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένων κανόνων ενημέρωσης και διαχείρισης των οφειλετών.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει τις αμφισβητήσεις γύρω από το ύψος των χρεών και να δημιουργήσει ένα πιο σαφές πλαίσιο για τη διευθέτησή τους. Η αποτελεσματικότητα των αλλαγών θα κριθεί, ωστόσο, από την εφαρμογή τους στην πράξη και από το κατά πόσο θα οδηγήσουν σε περισσότερες ουσιαστικές ρυθμίσεις.

Τι επιδιώκει το υπουργείο

Κεντρικός άξονας του νομοσχεδίου είναι η ενίσχυση της διαφάνειας ως προς τον τρόπο υπολογισμού των οφειλών και η θέσπιση συγκεκριμένων υποχρεώσεων για τους servicers.

Παράλληλα, προωθείται η ενίσχυση της δυνατότητας διμερών ρυθμίσεων μεταξύ δανειοληπτών και διαχειριστών απαιτήσεων, με στόχο να περιοριστεί η ανάγκη προσφυγής σε μακροχρόνιες δικαστικές διαδικασίες.

Η κατεύθυνση της παρέμβασης συνδέεται και με την προσπάθεια να αποκτούν οι οφειλέτες σαφέστερη εικόνα για το ύψος και τη σύνθεση των απαιτήσεων που τους βαρύνουν. Η ακριβής αποτύπωση των οφειλών αποτελεί βασική προϋπόθεση για να μπορεί να αξιολογηθεί εάν μια προτεινόμενη ρύθμιση είναι βιώσιμη και ανταποκρίνεται στις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη.

Οι αλλαγές στους τόκους και ο υπολογισμός των απαιτήσεων

Σημαντικό μέρος της ευρύτερης νομοθετικής παρέμβασης αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η συνολική απαίτηση από ένα δάνειο, καθώς και τα όρια που προβλέπονται για τη συσσώρευση τόκων και επιβαρύνσεων.

Σύμφωνα με τις βασικές προβλέψεις που έχουν παρουσιαστεί για το σχέδιο νόμου, προωθείται ανώτατο όριο στη συνολική απαίτηση, το οποίο συνδέεται με το αρχικό κεφάλαιο του δανείου. Το προβλεπόμενο όριο διαφοροποιείται ανάλογα με την κατηγορία της οφειλής, ενώ περιλαμβάνονται και προβλέψεις για τον επανυπολογισμό απαιτήσεων.

Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για οφειλέτες των οποίων τα δάνεια βρίσκονται σε καθυστέρηση επί μακρόν και το συνολικό ποσό έχει αυξηθεί σημαντικά λόγω τόκων και άλλων επιβαρύνσεων.

Το τελικό αποτέλεσμα, πάντως, θα εξαρτηθεί από το ακριβές περιεχόμενο του νόμου, τις προϋποθέσεις εφαρμογής κάθε διάταξης και το εύρος των οφειλών που θα υπαχθούν στις νέες προβλέψεις.

Το κρίσιμο στοίχημα των διμερών ρυθμίσεων

Η προώθηση περισσότερων απευθείας συμφωνιών μεταξύ δανειοληπτών και servicers αποτελεί ένα από τα βασικά ζητούμενα της μεταρρύθμισης.

Η δυνατότητα να επιλύονται οι διαφορές χωρίς μακρόχρονες δικαστικές αντιπαραθέσεις μπορεί να μειώσει το κόστος και τον χρόνο διευθέτησης των οφειλών. Για να επιτευχθεί, ωστόσο, απαιτούνται σαφείς διαδικασίες, επαρκής ενημέρωση των οφειλετών και όροι που να επιτρέπουν την εξυπηρέτηση των ρυθμίσεων σε βάθος χρόνου.

Η πρόκληση για την κυβέρνηση είναι να διαμορφώσει ένα πλαίσιο που θα διευκολύνει τις συμφωνίες χωρίς να δημιουργεί νέες ασάφειες ή πρόσθετες αντιδικίες. Αντίστοιχα, οι servicers καλούνται να προσαρμοστούν στις νέες υποχρεώσεις, ενώ οι δανειολήπτες αναμένουν πρακτικές λύσεις που θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητές τους.

Το επόμενο βήμα πριν από τη Βουλή

Με την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης, το υπουργείο καλείται να αξιολογήσει τις παρατηρήσεις των εμπλεκόμενων πλευρών και να οριστικοποιήσει το νομοθετικό κείμενο. Στη συνέχεια, το σχέδιο αναμένεται να περάσει από την επεξεργασία των αρμόδιων επιτροπών, με στόχο την κατάθεσή του στη Βουλή.

Το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί στις αλλαγές που ενδεχομένως θα προκύψουν από τις προτάσεις των servicers και των εκπροσώπων των δανειοληπτών, αλλά και στις δικλίδες που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή των νέων κανόνων.

Για τους οφειλέτες, το ζητούμενο είναι ένα πιο διαφανές και λειτουργικό σύστημα, το οποίο θα επιτρέπει την αποσαφήνιση των απαιτήσεων και την επίτευξη βιώσιμων ρυθμίσεων. Για τους διαχειριστές απαιτήσεων, το ζητούμενο είναι ένα σαφές και εφαρμόσιμο πλαίσιο λειτουργίας.

Το τελικό νομοθετικό κείμενο θα δείξει εάν η παρέμβαση θα μπορέσει να περιορίσει τις χρόνιες εκκρεμότητες και να διευκολύνει ουσιαστικά τη διευθέτηση των «κόκκινων» δανείων, σε μια αγορά που εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικό μέρος της οικονομικής ζωής νοικοκυριών και επιχειρήσεων.