Ένα από τα πιο σύνθετα κεφάλαια του ασφαλιστικού συστήματος παραμένει η διαδοχική ασφάλιση. Συγκεκριμένα, επηρεάζει όχι μόνο τον χρόνο απονομής της σύνταξης, αλλά συχνά και το τελικό ποσό που λαμβάνει ο δικαιούχος.
Ειδικότερα, πρόκειται για τις περιπτώσεις ασφαλισμένων που κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου πέρασαν από περισσότερους από έναν πρώην φορείς κύριας ασφάλισης που έχουν ενταχθεί στον e-ΕΦΚΑ, όπως για παράδειγμα από ΙΚΑ σε ΟΑΕΕ ή από Δημόσιο σε άλλο ταμείο.
Η σύνταξη απονέμεται από την υπηρεσία του τελευταίου φορέα στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο ενδιαφερόμενος, όμως ο υπολογισμός του ποσού γίνεται με βάση το συνολικό ασφαλιστικό του ιστορικό και όχι μόνο τα τελευταία του έτη.
Το ισχύον πλαίσιο αναφέρει ότι το ποσό της κύριας σύνταξης αποτελείται από δύο μέρη: την εθνική σύνταξη και την ανταποδοτική σύνταξη. Η εθνική σύνταξη χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ η ανταποδοτική εξαρτάται από τις συντάξιμες αποδοχές, τα συνολικά έτη ασφάλισης και τα ποσοστά αναπλήρωσης που αντιστοιχούν σε αυτά τα έτη. Αυτό σημαίνει ότι στη διαδοχική ασφάλιση η τελική σύνταξη επηρεάζεται κυρίως από το πώς συνυπολογίζονται οι χρόνοι και οι αποδοχές από διαφορετικά ασφαλιστικά καθεστώτα μέσα στον ίδιο ασφαλιστικό βίο.
Η διαδοχική ασφάλιση μπορεί να λειτουργήσει ευνοϊκά για έναν ασφαλισμένο, επειδή του επιτρέπει να συγκεντρώσει τον απαιτούμενο συνολικό χρόνο για να θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης, ακόμη κι αν δεν συμπληρώνει τα αναγκαία έτη σε έναν μόνο φορέα.
Όμως, ταυτόχρονα επηρεάζει το τελικό ποσό επειδή διαφορετικές περίοδοι ασφάλισης έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τις εισφορές, τις αποδοχές και τη βάση υπολογισμού. Έτσι, για κάποιον που είχε χρόνια με υψηλότερες αποδοχές σε έναν φορέα και χαμηλότερες σε άλλον, το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να διαφοροποιείται αισθητά από αυτό που θα ανέμενε αν εξεταζόταν μόνο η τελευταία του ασφαλιστική σχέση.
Ένα κρίσιμο σημείο είναι ότι για χρόνια η διαδοχική ασφάλιση προκαλούσε μεγάλες καθυστερήσεις και συχνά ελλιπείς υπολογισμούς, ακριβώς επειδή απαιτούσε σύνθεση στοιχείων από περισσότερα πρώην ταμεία.
Γι’ αυτό και ο e-ΕΦΚΑ έχει θέσει σε λειτουργία νέο λογισμικό για την επεξεργασία συντάξεων διαδοχικής και παράλληλης ασφάλισης. Το νέο σύστημα ξεκίνησε να υπολογίζει πρώτα τις νέες συντάξεις που εκδίδονται από εδώ και πέρα, ενώ σε δεύτερη φάση άρχισε η εκκαθάριση ήδη εκδοθεισών συντάξεων με διαδοχικό και παράλληλο χρόνο ασφάλισης, ώστε να αποδοθούν στη συνέχεια τυχόν αυξήσεις και αναδρομικά στους δικαιούχους, σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση του Φορέα.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί δείχνει ότι το τελικό ποσό σύνταξης σε πολλές παλαιές υποθέσεις δεν είχε οριστικοποιηθεί με τον πιο ακριβή τρόπο. Με άλλα λόγια, υπάρχουν συνταξιούχοι που μπορεί να δουν διορθώσεις προς τα πάνω όχι επειδή αλλάζει ο νόμος, αλλά επειδή πλέον γίνεται πιο σωστός υπολογισμός του διαδοχικού ασφαλιστικού χρόνου. Ο e-ΕΦΚΑ έχει αναφέρει ότι η διαδικασία εκκαθάρισης αυτών των περιπτώσεων προβλεπόταν να ολοκληρωθεί εντός πενταμήνου από την έναρξη της δεύτερης φάσης εφαρμογής του νέου λογισμικού, κάτι που εξηγεί γιατί η κατηγορία αυτή παραμένει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και το 2026.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν η διαδοχική ασφάλιση συνδυάζεται με παράλληλη ασφάλιση ή με διαφορετικές κατηγορίες απασχόλησης, όπως μισθωτή εργασία και ελεύθερο επάγγελμα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, χρόνοι ασφάλισης που δεν χρησιμοποιούνται για τη θεμελίωση του δικαιώματος μπορούν να προσαυξήσουν το ποσό της σύνταξης, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους πολλοί ασφαλισμένοι δεν μπορούν εύκολα να υπολογίσουν μόνοι τους τι ακριβώς θα πάρουν, καθώς δεν μετρά μόνο πόσα χρόνια έχουν δουλέψει, αλλά και σε ποια ταμεία, με ποιες αποδοχές και με ποιον τρόπο αλληλεπιδρούν αυτές οι περίοδοι μεταξύ τους.
Το ερώτημα είναι η διαδοχική ασφάλιση ανεβάζει ή ρίχνει τη σύνταξη; Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος κανόνας. Μπορεί να βοηθήσει σημαντικά έναν ασφαλισμένο να ανοίξει την πόρτα της συνταξιοδότησης και σε αρκετές περιπτώσεις να βελτιώσει και το ποσό, ιδίως όταν προστίθενται έτη που ενισχύουν το ποσοστό αναπλήρωσης. Αν σημαντικό μέρος του ασφαλιστικού βίου έχει καταγραφεί με χαμηλότερες αποδοχές ή σε καθεστώτα με μικρότερη ασφαλιστική βάση, το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι πιο περιορισμένο από αυτό που προσδοκούσε ο ασφαλισμένος.