Μια βαθύτερη αλλαγή πίσω από τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας εντοπίζουν πλέον οι διεθνείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης. Το ενδιαφέρον τους δεν περιορίζεται στη δημοσιονομική εξυγίανση, στα πρωτογενή πλεονάσματα και στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, αλλά μεταφέρεται ολοένα περισσότερο στο κατά πόσο η Ελλάδα αλλάζει το ίδιο το παραγωγικό της μοντέλο.

Οι Moody’s, DBRS και Scope, στις τελευταίες αξιολογήσεις τους, εστιάζουν στην ενίσχυση των επενδύσεων και των εξαγωγών, στη μεγαλύτερη συμμετοχή των μεγάλων επιχειρήσεων στην οικονομική δραστηριότητα και στις μεταρρυθμίσεις που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτές οι αλλαγές θα αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα και θα επιτρέψουν στην ελληνική οικονομία να διατηρήσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Moody’s: Οι επενδύσεις δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του Ταμείου Ανάκαμψης

Ιδιαίτερο βάρος στην αλλαγή του επενδυτικού μοντέλου δίνει η Moody’s, η οποία στις 18 Σεπτεμβρίου αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας την αξιολόγηση στην επενδυτική βαθμίδα Baa1.

Ο οίκος διαπιστώνει αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών αρχίζουν να αποδίδουν, ενισχύοντας τόσο την οικονομική όσο και τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα.

Το σημαντικότερο στοιχείο αφορά τη σύνθεση των επενδύσεων. Η Moody’s εκτιμά ότι η μεγάλη αύξηση που καταγράφεται μετά το 2020 δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στους ευρωπαϊκούς πόρους.

Σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ μετά το 2020 προήλθαν από ιδιωτικές επενδύσεις. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, το Ταμείο Ανάκαμψης φαίνεται περισσότερο να επιτάχυνε μία επενδυτική τάση που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται παρά να τη δημιούργησε από το μηδέν.

Η συγκεκριμένη παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της σταδιακής ολοκλήρωσης του ΤΑΑ, καθώς το μεγάλο στοίχημα είναι να διατηρηθεί η επενδυτική δυναμική και χωρίς την ίδια ένταση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών ροών.

Ρεκόρ 12,8 δισ. ευρώ στις ξένες επενδύσεις

Αλλαγή καταγράφεται και στη σύνθεση των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων.

Η Moody’s επισημαίνει ότι οι ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα συνδέονται πλέον σε μικρότερο βαθμό με το real estate σε σχέση με το παρελθόν, εξέλιξη που αποτελεί ένδειξη μεγαλύτερης διαφοροποίησης των εισερχόμενων κεφαλαίων.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι ΞΑΕ έφθασαν το 2025 στο ιστορικό υψηλό των 12,8 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, αλλάζει σταδιακά και η επιχειρηματική δομή της οικονομίας. Η συμβολή των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, δηλαδή όσων απασχολούν περισσότερους από 50 εργαζομένους, έφθασε περίπου στο 60% του ελληνικού ΑΕΠ το 2024, από μόλις 45% το 2009.

Για τους διεθνείς οίκους η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν συνήθως περισσότερες δυνατότητες να επενδύσουν σε τεχνολογία, ψηφιοποίηση και ανθρώπινο κεφάλαιο, να αποκτήσουν πρόσβαση σε διεθνείς αγορές και να εξασφαλίσουν πιο διαφοροποιημένες πηγές χρηματοδότησης.

Μπορεί να ανέβει ο «κόφτης» του 1,5%

Η Moody’s εκτιμά σήμερα τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της Ελλάδας περίπου στο 1,5%, όμως αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η πραγματική δυνατότητα της οικονομίας να είναι μεγαλύτερη εφόσον παγιωθούν οι σημερινές αλλαγές.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα των τελευταίων αξιολογήσεων.

Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για λίγα χρόνια λόγω συγκυριακών παραγόντων ή ισχυρών δημοσιονομικών και ευρωπαϊκών ενισχύσεων. Διαφορετική εικόνα δημιουργείται όταν αυξάνεται η παραγωγική της ικανότητα, μέσω περισσότερων επενδύσεων, νέας τεχνολογίας, μεγαλύτερων επιχειρήσεων και αύξησης της παραγωγικότητας.

Και ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα της επόμενης ημέρας.

Το «αγκάθι» της παραγωγικότητας

Παρά την πρόοδο, η απόσταση από την Ευρώπη παραμένει μεγάλη.

Η DBRS, η οποία στις 4 Σεπτεμβρίου αναβάθμισε τις προοπτικές της Ελλάδας από σταθερές σε θετικές διατηρώντας την αξιολόγηση BBB, επισημαίνει ότι η παραγωγικότητα της εργασίας έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Με βάση στοιχεία της Eurostat που επικαλείται ο οίκος, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα βρισκόταν το 2025 μόλις στο 67% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε όρους αγοραστικής δύναμης.

Η σύγκλιση επομένως δεν αποτελεί απλώς έναν μακροοικονομικό δείκτη. Συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα της οικονομίας να υποστηρίξει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς χωρίς να χάνει ανταγωνιστικότητα.

Η DBRS θεωρεί ότι οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια έχουν αυξήσει την ανταγωνιστικότητα και μπορούν να στηρίξουν περαιτέρω την παραγωγικότητα μεσοπρόθεσμα.

Scope: Ένα σκαλοπάτι πριν από την κατηγορία «Α»

Ακόμη πιο ψηλά ανέβασε την ελληνική αξιολόγηση η Scope Ratings, τοποθετώντας τη χώρα στη βαθμίδα BBB+, δηλαδή μόλις ένα σκαλοπάτι κάτω από την κατηγορία «Α».

Ο γερμανικός οίκος εστιάζει στη βελτίωση της ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων αναπτυξιακών προοπτικών, αποδίδοντάς την στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, στην ισχυρή επενδυτική δυναμική και στα μεγάλα ευρωπαϊκά επενδυτικά προγράμματα.

Παράλληλα, διαπιστώνει ότι η Ελλάδα έχει παρουσιάσει σταθερά καλύτερες επιδόσεις από την ΕΕ τα τελευταία χρόνια και εμφανίζεται περισσότερο ανθεκτική σε εξωτερικούς κραδασμούς σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Κρατά, ωστόσο, μια σημαντική επιφύλαξη: χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις ότι η μεγάλη αύξηση των επενδύσεων θα μεταφραστεί σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης.

Ελλάδα +10,8% από το 2019

Τα συγκριτικά στοιχεία για την περίοδο μετά το 2019 δείχνουν πάντως την έκταση της ανάκαμψης.

Σύμφωνα με τον ερευνητικό σύμβουλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ντίνο Πινέλι, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 10,8% μεταξύ 2019 και 2025.

Στην Ισπανία, η οποία επίσης έλαβε σημαντική χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, η σωρευτική αύξηση ήταν 10,2%, ενώ στην Ιταλία περιορίστηκε στο 6,4%.

Στις χώρες της Ευρωζώνης που έλαβαν μικρότερη χρηματοδότηση από το ΤΑΑ, η αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ ήταν μόλις 5,4%.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στις επενδύσεις.

Η επενδυτική ψαλίδα με την Ευρωζώνη κλείνει

Από το 2019 έως το 2025, το συνολικό ποσοστό επενδύσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Στην Ιταλία η αντίστοιχη αύξηση ήταν 3,7 μονάδες, στην Ισπανία μόλις 0,3 μονάδες, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης με μικρότερη κατανομή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει απόσταση να καλύψει, καθώς στην Ευρωζώνη οι επενδύσεις αντιστοιχούν σε περισσότερο από 20% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η ψαλίδα κλείνει με ταχύτερους ρυθμούς.

Το κρίσιμο τεστ πλέον μεταφέρεται στην περίοδο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Αν η άνοδος των ιδιωτικών επενδύσεων συνεχιστεί, οι ξένες επενδύσεις κατευθυνθούν περισσότερο σε παραγωγικές δραστηριότητες και η τεχνολογική αναβάθμιση των επιχειρήσεων περάσει στην παραγωγικότητα, η χώρα θα έχει κάνει ένα ουσιαστικό βήμα προς ένα διαφορετικό αναπτυξιακό μοντέλο.

Αντίθετα, εάν η επενδυτική επιτάχυνση αποδειχθεί στενά συνδεδεμένη με την προσωρινή ώθηση των ευρωπαϊκών πόρων, η σύγκλιση θα είναι δυσκολότερη.

Γι' αυτό και πίσω από τις αναβαθμίσεις του Σεπτεμβρίου κρύβεται ένα μήνυμα με δύο όψεις: οι διεθνείς οίκοι αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία έχει αλλάξει αισθητά, αλλά περιμένουν ακόμη την απόδειξη ότι η αλλαγή μπορεί να διατηρηθεί σε βάθος χρόνου και να μεταφραστεί σε υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερο δυνητικό ΑΕΠ και, τελικά, υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα.