Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της παγκόσμιας οικονομίας εξελίσσεται πλέον στην ίδια την καρδιά της: στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Scope Ratings προειδοποιεί ότι, χωρίς ουσιαστικά δημοσιονομικά μέτρα, η αναλογία του αμερικανικού δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θα συνεχίσει να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας μεγαλύτερες ανάγκες χρηματοδότησης και αυξάνοντας το κόστος των τόκων.

Η τελευταία διαθέσιμη εκτίμηση του γερμανικού οίκου τοποθετεί το χρέος της γενικής κυβέρνησης από 124% του ΑΕΠ το 2025 στο 140% το 2031 και στο 153% το 2036. Πρόκειται για μια πορεία με ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για τις ΗΠΑ, αλλά για ολόκληρο το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αποτελούν βασικό σημείο αναφοράς για το παγκόσμιο κόστος χρήματος.

Ελλείμματα 7,5% του ΑΕΠ

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκονται τα μεγάλα και επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα. Η Scope εκτιμά ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα φτάσει περίπου στο 7,5% του ΑΕΠ το 2026, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τον προ πανδημίας μέσο όρο του 4,8%.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι δεν προβλέπεται γρήγορη επιστροφή σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Ο οίκος αναμένει ότι τα ελλείμματα θα παραμείνουν κατά μέσο όρο περίπου στο 7,5% του ΑΕΠ την περίοδο 2027-2031, καθώς οι δημόσιες δαπάνες και το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους συνεχίζουν να πιέζουν τα αμερικανικά δημοσιονομικά.

Το μεγάλο πρόβλημα των τόκων

Όσο αυξάνεται το χρέος, τόσο μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων κατευθύνεται στην εξυπηρέτησή του. Σύμφωνα με τη Scope, το μερίδιο των εσόδων που απορροφούν οι τόκοι είχε αυξηθεί στο 11,8% το 2025, από 6,8% πριν από την πανδημία, και αναμένεται να κινηθεί προς το 14% έως το 2031.

Η εξέλιξη δημιουργεί μια δύσκολη δημοσιονομική εξίσωση. Περισσότερα χρήματα για τόκους σημαίνουν λιγότερα περιθώρια για άλλες δημόσιες δαπάνες, εκτός εάν αυξηθούν τα έσοδα ή δημιουργηθεί νέο χρέος. Ταυτόχρονα, η ανάγκη συνεχούς αναχρηματοδότησης εκθέτει περισσότερο τον προϋπολογισμό στις μεταβολές των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων.

Τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης

Η Scope υπολογίζει ότι οι ετήσιες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες των ΗΠΑ βρίσκονται περίπου στο 45% του ΑΕΠ, τις υψηλότερες μεταξύ των κρατών που αξιολογεί ο οίκος. Το μέγεθος αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο την κάλυψη νέων ελλειμμάτων αλλά και την αναχρηματοδότηση χρέους που λήγει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν βέβαια ένα πλεονέκτημα που ελάχιστες οικονομίες μπορούν να συγκρίνουν: τη βαθιά και εξαιρετικά ρευστή αγορά αμερικανικών κρατικών τίτλων και το δολάριο, το οποίο παραμένει το κυρίαρχο διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Αυτό διευκολύνει σημαντικά τη χρηματοδότηση του Δημοσίου, χωρίς όμως να εξαφανίζει το πρόβλημα μιας συνεχώς αυξανόμενης επιβάρυνσης.

Τι λέει το CBO

Το Congressional Budget Office επιβεβαιώνει τη βασική κατεύθυνση, αν και οι αριθμοί του δεν είναι άμεσα συγκρίσιμοι με αυτούς της Scope λόγω διαφορετικής μεθοδολογίας και ορισμού του χρέους.

Στο βασικό του σενάριο, το CBO εκτιμά ότι το ομοσπονδιακό χρέος που βρίσκεται στα χέρια του κοινού θα αυξηθεί από περίπου 101% του ΑΕΠ το 2026 σε 120% το 2036. Το ετήσιο έλλειμμα προβλέπεται να αυξηθεί από 1,9 τρισ. δολάρια φέτος σε περίπου 3,1 τρισ. δολάρια το 2036.

Σε ακόμη μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα η εικόνα γίνεται πιο δύσκολη. Το CBO προβλέπει ότι το συγκεκριμένο μέτρο χρέους μπορεί να φτάσει στο 175% του ΑΕΠ το 2056, εφόσον δεν υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στη φορολογία και στις δαπάνες.

Γιατί ενδιαφέρει έναν επενδυτή στην Ευρώπη

Το αμερικανικό χρέος δεν αποτελεί ένα απομονωμένο πρόβλημα της Ουάσιγκτον. Οι αποδόσεις των αμερικανικών Treasuries λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση περιουσιακών στοιχείων σε ολόκληρο τον κόσμο. Όταν το αμερικανικό Δημόσιο χρειάζεται να δανείζεται τεράστια ποσά, η προσφορά ομολόγων αυξάνεται και η αγορά καλείται να απορροφήσει συνεχώς νέες εκδόσεις.

Εάν οι επενδυτές απαιτήσουν υψηλότερες αποδόσεις για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν το αμερικανικό κράτος, οι επιπτώσεις μπορούν να περάσουν σε εταιρικά ομόλογα, στεγαστικά δάνεια και γενικότερα στο διεθνές κόστος κεφαλαίου. Οι υψηλότερες αποδόσεις των ασφαλών τίτλων μπορούν επίσης να κάνουν τις μετοχές σχετικά λιγότερο ελκυστικές, ιδιαίτερα όταν οι αποτιμήσεις βρίσκονται ήδη σε υψηλά επίπεδα.

Μπορεί η ανάπτυξη να λύσει το πρόβλημα;

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα στην Ουάσιγκτον είναι ότι η ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη –με την τεχνητή νοημοσύνη και τις επενδύσεις στην παραγωγικότητα να παίζουν σημαντικό ρόλο– θα μπορούσε να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και να κάνει το χρέος περισσότερο διαχειρίσιμο.

Η ανάπτυξη πράγματι βοηθά τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ. Ωστόσο, όταν τα ελλείμματα παραμένουν επί χρόνια σε πολύ υψηλά επίπεδα και το κόστος των τόκων αυξάνεται, η ανάπτυξη από μόνη της μπορεί να μην είναι αρκετή. Αυτό είναι και το βασικό δημοσιονομικό δίλημμα που αντιμετωπίζει πλέον η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Η αντίθετη πορεία της Ελλάδας

Η εικόνα έχει ενδιαφέρον και σε σύγκριση με την Ελλάδα. Παρότι η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει υψηλό δημόσιο χρέος, η κατεύθυνση τα τελευταία χρόνια είναι πτωτική. Πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος κατέγραφε υποχώρηση του ελληνικού χρέους στο 136,1% του ΑΕΠ μέσα στο 2026, με τη μείωση να υποστηρίζεται μεταξύ άλλων από τις πρόωρες αποπληρωμές και τα ισχυρά πρωτογενή αποτελέσματα.

Οι δύο αριθμοί δεν πρέπει να συγκρίνονται μηχανικά, καθώς υπάρχουν διαφορές στις μεθοδολογίες και στις οικονομικές συνθήκες. Η τάση όμως έχει ενδιαφέρον: ενώ η Ελλάδα επιχειρεί να μειώσει σταδιακά το βάρος του χρέους της, οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με μια μακροχρόνια ανοδική τροχιά που, σύμφωνα με τη Scope, απαιτεί δημοσιονομικές παρεμβάσεις για να ανακοπεί.