Με συνταγή φορολογικής πίεσης για τους ιδιοκτήτες ακινήτων επανήλθε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος στην Ελλάδα.
Στην έκθεσή του, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το πρόβλημα της στέγης δεν οφείλεται κυρίως στην έλλειψη κατοικιών, αλλά στην άνιση κατανομή και στην αδρανή παραμονή μεγάλου αριθμού ακινήτων εκτός αγοράς. Με αυτό το σκεπτικό, εισηγείται ένα πακέτο μέτρων που περιλαμβάνει πρόσθετη φορολόγηση για τα «κλειστά» σπίτια και επανεξέταση υφιστάμενων φορολογικών κινήτρων στην οικοδομή.
Tο ΔΝΤ περιγράφει μια αγορά κατοικίας που συνεχίζει να πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά, καθώς οι τιμές των ακινήτων και των ενοικίων αυξάνονται με ταχύτερους ρυθμούς από τα εισοδήματα, ενώ σημαντικό μέρος του στεγαστικού αποθέματος παραμένει αναξιοποίητο, είτε επειδή οι ιδιοκτήτες αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν ανακαινίσεις, είτε λόγω νομικών και πολεοδομικών εκκρεμοτήτων ή ακόμη και εξαιτίας του κατακερματισμού της ιδιοκτησίας.
Στο επίκεντρο των προτάσεων βρίσκεται η επιβολή έξτρα φόρου στα αναξιοποίητα ακίνητα, κατά τα πρότυπα του γαλλικού μοντέλου καθώς και η επέκταση και καλύτερη στόχευση των προγραμμάτων ανακαίνισης, ώστε να επιστρέψουν στην αγορά παλαιά και κλειστά ακίνητα.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται σήμερα, όπως η επιστροφή ενοικίου ή τα επιδοτούμενα στεγαστικά δάνεια, προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, προειδοποιώντας, ωστόσο, ότι τέτοιου τύπου παρεμβάσεις, μπορεί τελικά να ενισχύσουν περαιτέρω τις τιμές και τα ενοίκια.
Η έκθεση βάζει στο στόχαστρο και το ισχύον πλαίσιο των μακροχρόνιων μισθώσεων, υποστηρίζοντας ότι η τριετής υποχρεωτική διάρκεια λειτουργεί αποτρεπτικά για αρκετούς εκμισθωτές. Για τον λόγο αυτό, εισηγείται μείωση της ελάχιστης διάρκειας των συμβολαίων, ταχύτερες διαδικασίες επίλυσης διαφορών και συστήματα εγγύησης ενοικίου για ευάλωτα νοικοκυριά.
Στο ίδιο πλαίσιο, το ΔΝΤ προτείνει την κατάργηση της απαλλαγής ΦΠΑ στα νεόδμητα ακίνητα.