Η έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών και η εκτόξευση των ενοικίων ωθούν την κυβέρνηση να εξετάσει νέα παράταση του φορολογικού κινήτρου για τους ιδιοκτήτες που θα βγάλουν στην αγορά κλειστά διαμερίσματα ή ακίνητα που μέχρι σήμερα διατίθεντο αποκλειστικά μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του οικονομικού επιτελείου, η τριετής απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για τα ενοίκια αναμένεται να παραταθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027, δίνοντας περισσότερο χρόνο στους ιδιοκτήτες να αξιοποιήσουν το μέτρο. Στόχος είναι να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση και να περιοριστούν σταδιακά οι πιέσεις που δέχονται οι ενοικιαστές, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η ενίσχυση της προσφοράς αποτελεί το βασικό «αντίδοτο» στην άνοδο των ενοικίων, καθώς χιλιάδες κατοικίες εξακολουθούν να παραμένουν κλειστές ή αξιοποιούνται αποκλειστικά μέσω πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Με το ισχύον καθεστώς, το οποίο σχεδιάζεται να παραταθεί, οι ιδιοκτήτες που θα υπογράψουν έως το τέλος του 2027 νέα σύμβαση κύριας κατοικίας για ακίνητο που ήταν κλειστό τα τρία προηγούμενα χρόνια ή χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για βραχυχρόνια μίσθωση, θα απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος για τα ενοίκια που θα εισπράξουν για διάστημα τριών ετών.
Ωστόσο, για να ενεργοποιηθεί η φοροαπαλλαγή θα πρέπει να τηρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Το ακίνητο θα πρέπει να έχει παραμείνει κενό για τουλάχιστον μία τριετία ή να είχε διατεθεί αποκλειστικά μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης. Παράλληλα, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 120 τετραγωνικά μέτρα, ενώ το όριο αυξάνεται κατά 20 τετραγωνικά μέτρα για κάθε επιπλέον παιδί όταν ο ενοικιαστής έχει περισσότερα από δύο τέκνα.
Η μίσθωση θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά κύρια κατοικία και να έχει διάρκεια τουλάχιστον τριών ετών. Εάν ο ενοικιαστής αποχωρήσει νωρίτερα, ο ιδιοκτήτης δεν χάνει το δικαίωμα της απαλλαγής, αρκεί μέσα σε τρεις μήνες να υπογραφεί νέα σύμβαση ίδιας διάρκειας. Αν όμως διακοπεί και η δεύτερη μίσθωση χωρίς να βρεθεί νέος ενοικιαστής, το φορολογικό πλεονέκτημα παύει να ισχύει.
Τι ισχύει για τις κατοικίες που μισθώνονται σε γιατρούς, νοσηλευτές, εκπαιδευτικούς, στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας
Ειδικές προβλέψεις υπάρχουν και για κατοικίες που μισθώνονται σε γιατρούς, νοσηλευτές, εκπαιδευτικούς, στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας που υπηρετούν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους. Στις περιπτώσεις αυτές, η απαλλαγή διατηρείται ακόμη και αν η κατοικία μείνει προσωρινά κενή, αρκεί μέσα σε έξι μήνες να συναφθεί νέα σύμβαση.
Το μέτρο καλύπτει επίσης ιδιοκτήτες που εγκαταλείπουν τη βραχυχρόνια μίσθωση και επιστρέφουν στη μακροχρόνια αγορά. Προϋπόθεση είναι το ακίνητο να είχε διατεθεί αποκλειστικά μέσω πλατφόρμας βραχυχρόνιας μίσθωσης το προηγούμενο φορολογικό έτος, να έχουν δηλωθεί όλες οι σχετικές μισθώσεις στην ΑΑΔΕ και να έχει ολοκληρωθεί η απαιτούμενη διαδικασία πριν από την υπογραφή της νέας σύμβασης.
Παράλληλα, το ακίνητο θα πρέπει να εμφανίζεται ως κενό στα φορολογικά έντυπα της προηγούμενης τριετίας και να μην έχει δηλωθεί ως ιδιοκατοικούμενο, δωρεάν παραχωρούμενο ή μισθωμένο.
Η φοροαπαλλαγή δεν είναι όμως χωρίς όρους. Αν το ακίνητο παραμείνει κενό για περισσότερο από τρεις μήνες χωρίς να υπογραφεί νέα σύμβαση ή αν ο ιδιοκτήτης επιλέξει να το επαναφέρει στη βραχυχρόνια μίσθωση πριν από τη συμπλήρωση της τριετίας, τότε το ευνοϊκό καθεστώς ανακαλείται. Στη δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, ο φόρος επιβάλλεται αναδρομικά από το πρώτο έτος για όλα τα ενοίκια που είχαν απαλλαγεί.
Παρά το φορολογικό κίνητρο, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι δύσκολα θα επιστρέψει άμεσα μεγάλος αριθμός κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση. Όπως επισημαίνουν, η υψηλή φορολογία των ακινήτων, σε συνδυασμό με τον ΕΝΦΙΑ, αλλά και το σημαντικό κόστος ανακαίνισης πολλών παλαιών διαμερισμάτων, εξακολουθούν να αποθαρρύνουν αρκετούς ιδιοκτήτες από το να αξιοποιήσουν τα ακίνητά τους, παρά την αυξημένη ζήτηση που καταγράφεται στην αγορά.