Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου 1974 - είχε προηγηθεί το πραξικόπημα με την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου - έφερε ραγδαίες εξελίξεις τόσο στην Αθήνα, με την πτώση της χούντας, όσο και στην Κύπρο. Η δικτατορία κατέρρευσε σαν «χάρτινος» πύργος στις 23 Ιουλίου 1974 και ο «Εθνάρχης» Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε στην Αθήνα αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση της χώρας με την Ελλάδα να βρίσκεται στα πρόθυρα του πολέμου με την Τουρκία. Την ίδια ώρα στη Λευκωσία ο «πρόεδρος» Νίκος Σαμψών είχε παραιτηθεί και τη θέση του είχε πάρει ο τότε πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Γλαύκος Κληρίδης.
Στις 24 Ιούλη Κληρίδης και Ντεκτάς έκατσαν στο ίδιο τραπέζι προκειμένου να συζητήσουν την ανακωχή ανάμεσα στις δύο πλευρές, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συναντιόταν με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ. Στις 25 Ιουλίου και μετά από σύσταση του ΣΑ του ΟΗΕ, στη Γενεύη πραγματοποιήθηκε τριμερής διάσκεψη στην οποία έλαβαν μέρος οι υπουργοί Εξωτερικών των τριών εγγυητριών δυνάμεων. Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο Γεώργιος Μαύρος, την Τουρκία ο Τουράν Γκιουνές και τη Μεγάλη Βρετανία ο Τζέιμς Κάλαχαν. Ο στόχος της διάσκεψης ήταν να αναζητηθούν λύσεις προκειμένου να αρθεί η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στη Μεγαλόνησο.
Εντέλει μετά από έντονες συζητήσεις, οι τρεις υπουργοί υιοθέτησαν στις 30 Ιουλίου έκθεση εμπειρογνωμόνων, αποτελούμενη από τέσσερα σημεία:
- Ουδεμία στρατιωτική επέκταση πέραν των γραμμών της 30ης Ιουλίου (10 μ.μ.).
- Δημιουργία ζώνης ασφαλείας γύρω από τις θέσεις που κατείχαν οι Τούρκοι.
- Επιστροφή στους Τουρκοκυπρίους όλων των στρατιωτικών θυλάκων που είχαν καταληφθεί από ελληνικής πλευράς.
- Βαθμιαία μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί.
Παράλληλα οι τρεις άνδρες υιοθέτησαν Διακήρυξη, με την οποία αναγνωρίζεται η ύπαρξη δύο αυτόνομων διοικήσεων στο νησί, της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής και στην οποία αναφέρεται ότι «πρέπει το ταχύτερον να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις για να εξασφαλισθεί α) η αποκατάσταση της ειρήνης στην περιοχή και β) η επαναγκαθίδρυση της συνταγματικής κυβέρνησης στην Κύπρο». Τέλος, αποφάσισαν τη σύγκλιση στις 8 Αυγούστου νέας διάσκεψης, στην οποία θα συμμετείχαν εκτός από τις Εγγυήτριες Δυνάμεις και ανά ένας εκπρόσωπος των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Η νέα διάσκεψη έγινε στη Γενεύη στις 8 Αυγούστου, με την ίδια σύνθεση ενώ είχαν προστεθεί τόσο ο Γλαύκος Κληρίδης όσο και ο Ραούφ Ντεκτάς. Μαύρος και Κληρίδης επιχείρησαν να οδηγήσουν τα πράγματα σε μία έντιμη διαπραγμάτευση κάτι το οποίο προσέκρουσε στην τουρκική πλευρά η οποία επιδείκνυε αλλαζονική στάση. Μάλιστα όλο το διάστημα της ανακωχής η τουρκική πλευρά ενίσχυε τον θύλακα της Κερύνειας πραγματοποιώντας μικρής κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις ενώ από τις 22 έως τις 26 Ιουλίου η Άγκυρα παραβιάσε 55 φορές την εκεχειρία.
Από την πλευρά τους Μαύρος και Κληρίδης υποστήριξαν ότι έπρεπε να γίνει επιστροφή στο Σύνταγμα του 1960 αλλά και επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών. Όμως ο Γκιουνές απέρριψε την πρόταση και πρότεινε ένα σχέδιο με βάση το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία θα ήταν δικοινοτικό ομοσπονδιακό κράτος πολλών καντονίων, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι θα έλεγχαν το 34% του νησιού. Ακόμη ο Ντεκτάς είχε προτείνει διζωνική ομοσπονδία, στην οποία το τουρκοκυπριακό ομόσπονδο κράτος θα κάλυπτε επίσης το 34% της έκτασης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Εν μέσω πιέσεων και αντεγκλήσεων ο Κληρίδης πρότεινε:
- Η συνταγματική δομή της Κύπρου να διατηρήσει το δικοινοτικό χαρακτήρα της.
- Η συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων να επιτευχθεί με θεσμικά σύμφωνα.
- Η ελληνική και τουρκική κοινοτική διοίκηση να ασκούν εξουσίες στις ζώνες που οι αντίστοιχοι πληθυσμοί έχουν πλειοψηφία.
Γκιουνές και Ντεκτάς απέρριψαν την πρόταση και ζήτησε μετ' επιτάσεως να γίνουν άμεσα δεκτές οι προτάσεις που είχαν κάνει. Ο Γλαύκος Κληρίδης, τότε, ζήτησε αναβολή 36 ή 48 ωρών για να μπορέσει να συνεννοηθεί με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Οι Τούρκοι απέρριψαν το αίτημά του και η δεύτερη διάσκεψη της Γενεύης έληξε χωρίς αποτέλεσμα στις 3:30 το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974. Ταυτόχρονα ο Γεώργιος Μαύρος με δηλώσεις του κατήγγειλε διεθνώς την τουρκική στάση.
Ο "Αττίλας 2"
Μία ώρα και πέντε λεπτά μετά το ναυάγιο της Διάσκεψης της Γενεύης, στις 4:35 π.μ., ο τουρκικός στρατός επιτέθηκε με σφοδρότητα και συντονισμό σε όλα τα μέτωπα της Κύπρου («Αττίλας 2»). Άρματα μάχης και ισχυρές μονάδες πεζικού κινούνται ανατολικά προς την κατεύθυνση της Αμμοχώστου και δυτικά προς τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λεύκας και την κωμόπολη Μόρφου. Οι μάχες μαίνονταν όλη την ημέρα, ιδιαίτερα στα βόρεια της Λευκωσίας και το αεροδρόμιό της. Οι Ελληνοκύπριοι αντιμετώπισαν μόνοι τους τα τουρκικά στρατεύματα καθώς δεν είχαν σταλεί δυνάμεις από την Αθήνα. Και αυτό διότι υπήρχε ο φόβος τουρκικού αντιπερισπασμού σε περιοχές της ελληνικής επικράτειας (σ.σ κυρίως στον Έβρο)
Ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν χωρίς αντίσταση την πόλη της Αμμοχώστου και απέκοψαν ολόκληρη τη Χερσόνησο της Καρπασίας. Η κυπριακή Εθνοφρουρά, κάτω από την πίεση των πολύ ισχυρότερων τουρκικών δυνάμεων και τον συνεχη αεροπορικό βομβαρδισμό, αναγκάστηκε να υποχωρήσει κάτω από την «πράσινη γραμμή» Λευκωσίας και νότια των οδών Λευκωσίας - Αμμοχώστου και Λευκωσίας – Μόρφου.
Έτσι, οι τουρκικές δυνάμεις, όταν στις 6 το απόγευμα της 16ης Αυγούστου συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός, είχαν καταλάβει ολόκληρο το τμήμα που προνοούσε το Σχέδιο Ντενκτάς και επιπλέον την Αμμόχωστο, περιοχές των οποίων η έκταση αντιστοιχούσε στο 37% του κυπριακού εδάφους. Κατά την προέλασή τους, οι Τούρκοι στρατιώτες προέβησαν σε ανατριχιαστικές ωμότητες και πράξεις βίας. Χιλιάδες Κύπριοι εκδιώχτηκαν από τα σπίτια τους και ένα κύμα 200.000 προσφύγων κινήθηκε από τις καταληφθείσες περιοχές στον Ελεύθερο Νότο. Την αντίθετη πορεία ακολούθησαν 51.000 Τουρκοκύπριοι. Η Κύπρος είχε διχοτομηθεί με δύο εθνοτικά συμπαγείς πληθυσμούς, μια κατάσταση που διαρκεί μέχρι της μέρες μας.
Στις 15 και 16 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και μέσω τεσσάρων ψηφισμάτων του (357-360) ζήτησε την άμεση κατάπαυση του πυρός, την αποχώρηση από την Κύπρο όλων των ξένων στρατευμάτων και την επανάληψη από τα ενδιαφερόμενα μέρη διαπραγματεύσεων για ειρηνική λύση του θέματος. Και τα τέσσερα ψηφίσματα αγνοήθηκαν προκλητικά από την Τουρκία. Σε μία παράλληλη διάσταση στις 14 Αυγούστου ο «Εθνάρχης» Κωνσταντίνος Καραμανλής ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα αποχωρεί από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, ως αντίδραση για όσα συνέβαιναν. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια του «Αττίλα 1» και «Αττίλα 2» οι απώλειες της ελληνικής πλευράς εκτιμάται ότι ήταν από 4.500 - 6.000 νεκρούς και τραυματίες (στρατιωτικό προσωπικό και άμαχοι) και 2.000 - 3.000 αγνοούμενους ενώ οι απώλειες της τουρκικής πλευράς ανήλθαν σε 1.500 νεκρούς και 2.000 τραυματίες.
Αννίτα Δημητρίου: "Όλη η κατεχόμενη γη μας περιμένει τη δικαίωση"
Με αφορμή τη συμπλήρωση 52 ετών από τον «Αττίλα 2» η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων και πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού Αννίτα Δημητρίου με ανάρτησή της στα social media τονίζει ότι «o Αττίλας ΙΙ μπήκε στην πόλη. Η ζωή πάγωσε βίαια. Η Αμμοχώστος μετατρέπεται σε πόλη φάντασμα και οι άνθρωποι της παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς».
«52 χρόνια μετά η ψυχή μας καρφωμένη εκεί στη χρυσή της αμμουδιά. Η Αμμόχωστος μας καλεί. Όλη η κατεχόμενη γη μας περιμένει τη δικαίωση. Μαζί με αυτούς που κρατάνε Θερμοπύλες, τους εγκλωβισμένους μας. Η παράνομη εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή συνιστά διαρκή παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Έχουμε κάθε δικαίωμα να διεκδικούμε το αυτονόητο. Ό,τι ισχύει για κάθε άλλο Ευρωπαίο πολίτη» επισημαίνει ακόμη η κυρία Δημητρίου.
«Δεν θα σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε για την απελεύθερωση και επανένωση της πατρίδας μας. Για μια Κύπρο χωρίς κατοχικά στρατεύματα, χωρίς αναχρονιστικές εγγυήσεις και χωρίς επεμβατικά δικαιώματα. Με σοβαρότητα και υπευθυνότητα θα πρέπει να ενισχύσουμε τη νέα προσπάθεια του ΓΓ των ΗΕ. Να αξιοποιήσουμε κάθε διπλωματικό μέσο και κάθε βήμα εντός και εκτος ΕΕ, με έξυπνους στρατηγικούς χειρισμούς μαζί με την Ελλλαδα μας, για να φέρουμε την Τουρκία στο τραπέζι των ουσιαστικών διαπραγματεύσεων» υπογραμμίζει η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων.
«Σε αυτή την πορεία δεν χωράνε ούτε λαϊκισμοί, ούτε ανέξοδα συνθήματα, ούτε ιδεοληπτικές αγκυλώσεις. Δεν συμβιβαζόμαστε με μισή πατρίδα και δεν θα σταματήσουμε να διεκδικούμε το δίκαιο. Μέχρι την ευλογημένη μέρα της επιστροφής μας» καταλήγει η Αννίτα Δημητρίου.
Κυπριακό υπουργείο Εξωτερικών: Ο αγώνας για μια ελεύθερη και επανενωμένη Κύπρο συνεχίζεται
«52 χρόνια από τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Το συνεχιζόμενο έγκλημα της Τουρκίας και η συνεχιζόμενη κατοχή δεν μπορούν ούτε να διαγραφούν ούτε να αποκρυφθούν και δεν πρόκειται ποτέ να συγχωρεθούν» αναφέρει από την πλευρά του ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Κόμπος.
«Η Αμμόχωστος, η Μόρφου, οι κατεχόμενες πόλεις και τα χωριά μας, οι εκτοπισμένοι, οι πεσόντες και οι αγνοούμενοί μας μάς θυμίζουν: Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ο αγώνας για μια ελεύθερη και επανενωμένη Κύπρο συνεχίζεται» καταλήγει ο κ. Κόμπος.