Σκηνές έντασης και φόβου εκτυλίχθηκαν στην Αστυπάλαια, όταν ο 37χρονος ψαράς Γιώργος Κονταράτος αναγκάστηκε να πέσει στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, με ανέμους που έφταναν τα 10 μποφόρ, προκειμένου να σώσει το καΐκι του, από βέβαιη βύθιση.

Ο ίδιος είχε αφήσει το σκάφος δεμένο στο λιμάνι, μετά το ψάρεμα. Λίγο αργότερα, η απότομη επιδείνωση του καιρού προκάλεσε ισχυρή θαλασσοταραχή. Το μεσημέρι δέχθηκε τηλεφώνημα από φίλο του, ο οποίος τον ειδοποίησε πως η βάρκα του βούλιαζε.

Μου είπε: «Η βάρκα βουλιάζει» και εκεί τα έχασα. Βούτηξα αμέσως. Μπήκα μέσα, προσπάθησα να τη μετακινήσω σε πιο βαθιά νερά, αλλά οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά επικίνδυνες. Αναγκάστηκα να βουτήξω ξανά. Ήταν 10 μποφόρ, παραλίγο να πνιγώ», ανέφερε ο κ. Κονταράτος μιλώντας στο ΕΡΤnews.

Όπως περιέγραψε, χρειάστηκαν έξι με επτά λεπτά αγωνιώδους προσπάθειας μέχρι να καταφέρει να βγει στη στεριά, ενώ σε κάποια στιγμή το κύμα τον κρατούσε μέσα στο νερό, παρασύροντάς τον προς τα κάτω. «Δεν με άφηνε να βγω. Με κρατούσε εκεί και με τραβούσε κάτω. Αν καθυστερούσα λίγα δευτερόλεπτα ακόμη, μπορεί να είχα πνιγεί», σημείωσε.

Για να ασφαλίσει το καΐκι, έδεσε ένα επιπλέον σχοινί από την απέναντι πλευρά του λιμανιού, δημιουργώντας ουσιαστικά μια δεύτερη άγκυρα, σε περίπτωση που κοβόταν το βασικό σκοινί πρόσδεσης.

Το σκάφος έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για τον ίδιο, καθώς πρόκειται για το καΐκι του παππού του, ο οποίος το διατηρούσε ως επαγγελματικό τουριστικό σκάφος για 45 χρόνια. Στη συνέχεια πέρασε στον πατέρα του και σήμερα το χρησιμοποιεί ο ίδιος για ψάρεμα. «Αν πάθει κάτι το σκάφος μου, θα τρελαθώ», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Πατέρας τριών παιδιών και άνθρωπος της θάλασσας από μικρή ηλικία, ο Γιώργος Κονταράτος εργάζεται επίσης σε θαλάσσιες καλλιέργειες, περιγράφοντας τη ζωή στα μικρά νησιά,  ιδιαίτερα τον χειμώνα, ως απαιτητική και γεμάτη δυσκολίες.

Παρά τον κίνδυνο, δηλώνει ανακουφισμένος που η περιπέτεια είχε αίσιο τέλος, τονίζοντας πως η αγάπη του για τη θάλασσα και το οικογενειακό του καΐκι, ήταν αυτή που τον ώθησε να ρισκάρει τα πάντα.