Την απαλλαγή τριών κατηγορουμένων –μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Ρωμανός– και την ενοχή δύο γυναικών πρότεινε η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, Αλεξάνδρα Πίσχοινα, στο πλαίσιο της δίκης για την έκρηξη που σημειώθηκε σε διαμέρισμα στους Αμπελοκήπους τον Οκτώβριο του 2024.
Η υπόθεση, όπως ανέφερε η ίδια, είναι «δυσχερής και λεπτή», καθώς τα αποδεικτικά στοιχεία δεν οδηγούν σε ενιαία και ασφαλή συμπεράσματα για όλους τους κατηγορουμένους.
Αναφερόμενη στον Νίκο Ρωμανό, ο οποίος κατηγορήθηκε λόγω δακτυλικού αποτυπώματος που εντοπίστηκε σε σακούλα, η εισαγγελική λειτουργός επισήμανε ότι στο ίδιο αντικείμενο βρέθηκαν και άλλα αποτυπώματα που δεν κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθούν.
Κατά την εκτίμησή της, το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η σακούλα δεν ήταν αντικείμενο μίας και μοναδικής χρήσης, αλλά πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα από διαφορετικά πρόσωπα. Όπως υπογράμμισε, δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι απαιτήθηκε συμμετοχή πολλών ατόμων για τη μεταφορά όπλων, ενώ έθεσε και το ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε κάποιος να λάβει μέτρα για να μην αφήσει ίχνη στο όπλο, αλλά να αδιαφορήσει πλήρως για τη σακούλα. Σημείωσε επίσης ότι στον συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο αντικείμενα καθημερινής χρήσης ενδέχεται να αξιοποιούνται από διαφορετικά πρόσωπα, είτε για νόμιμες είτε για παράνομες δραστηριότητες, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτομάτως εμπλοκή όλων.
Σύμφωνα με την εισαγγελέα, από το χρονικό σημείο της έκρηξης έως και τη σύλληψη των κατηγορουμένων δεν διαπιστώθηκε αλλαγή στη συμπεριφορά τους που να υποδηλώνει πανικό ή προσπάθεια απόκρυψης στοιχείων. Όπως ανέφερε, οι ενδείξεις που παρουσιάστηκαν δεν κατέστη δυνατό να στοιχειοθετήσουν πλήρη απόδειξη ενοχής, γεγονός που γεννά σοβαρές αμφιβολίες και επιβάλλει –κατά την άποψή της– την απαλλαγή των συγκεκριμένων προσώπων. Για ανάλογους λόγους ζήτησε την απαλλαγή και τρίτου κατηγορουμένου, κρίνοντας ότι η εμπλοκή του περιορίζεται στην παρουσία του σε συνάντηση, χωρίς να προκύπτουν στοιχεία ενεργούς συμμετοχής σε αξιόποινες πράξεις.
Αντίθετα, η εισαγγελική πρόταση ήταν επιβαρυντική για δύο γυναίκες κατηγορουμένες, για τις οποίες εκτίμησε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση και σε πράξεις που σχετίζονται με την κατασκευή και κατοχή εκρηκτικών μηχανισμών, εκρηκτικών υλών, όπλων και πυρομαχικών. Κατά την αγόρευσή της, η εισαγγελέας αναφέρθηκε και στις σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ του Κυριάκου Ξυμητήρη –ο οποίος έχασε τη ζωή του κατά την έκρηξη– και των δύο κατηγορουμένων ήδη από το 2018 στο Βερολίνο, επισημαίνοντας ότι οι επαφές τους συνεχίστηκαν και μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα. Όπως ανέφερε, οι τρεις τους συνδέονταν με στενή φιλία και κοινή παρουσία στον αναρχικό χώρο, ο οποίος –κατά την περιγραφή της– σε ορισμένες εκφάνσεις του αποδέχεται τη χρήση όπλων ως απάντηση σε κρατική βία, χωρίς κατ’ ανάγκη να επιδιώκει ανατροπή του πολιτεύματος.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο διαμέρισμα όπου σημειώθηκε η έκρηξη, το οποίο η εισαγγελέας χαρακτήρισε «ιδανικό κρησφύγετο». Σύμφωνα με την εκτίμησή της, η επιλογή του χώρου δεν ήταν τυχαία, καθώς βρίσκεται σε σημείο των Αμπελοκήπων με εύκολη πρόσβαση σε βασικούς οδικούς άξονες, αλλά και σε μικρή απόσταση από σημαντικές κρατικές υπηρεσίες, όπως αστυνομικές δομές και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Κατά την ίδια, η Δήμητρα Ζ. φέρεται να γνώριζε το διαμέρισμα από παλαιότερα, γεγονός που –όπως υποστήριξε– υποδηλώνει εξοικείωση με τον χώρο και τον ρόλο του. Η εισαγγελέας την περιέγραψε ως πρόσωπο με κεντρική θέση στην υπόθεση, εκτιμώντας ότι οι κινήσεις των υπολοίπων φαίνεται να προσαρμόζονταν στο πρόγραμμα και τις υποχρεώσεις της, ώστε να διασφαλίζεται η απουσία της από το σημείο κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Τέλος, η εισαγγελική λειτουργός απέρριψε τους ισχυρισμούς περί φιλοξενούμενων προσώπων για τους οποίους ζητήθηκαν τα κλειδιά του διαμερίσματος, κρίνοντας ότι δεν τεκμηριώνονται επαρκώς. Παράλληλα, από την ανάλυση των τηλεφωνικών συσκευών που κατασχέθηκαν, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ενδέχεται να υπήρχε ευρύτερος κύκλος εμπλεκομένων, καθώς εντοπίστηκαν δύο τηλεφωνικές συνδέσεις που δεν έχουν αποδοθεί σε συγκεκριμένα πρόσωπα, γεγονός που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο συμμετοχής περισσότερων ατόμων πέραν των ήδη κατηγορουμένων.