Συνεχίζεται η δίκη για τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού, που διαπράχτηκε τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου του 2022 στην περιοχή Χαριλάου στη Θεσσαλονίκη.

Στο εδώλιο κάθονται οι δώδεκα κατηγορούμενοι για τη δολοφονία του 19χρονου φοιτητή. Στο δικαστήριο κατέθεσαν οι υπόλοιποι φίλοι του 19χρονου Άλκη Καμπανού, θύματα και οι ίδιοι της δολοφονικής επίθεσης που δέχθηκαν στην περιοχή Χαριλάου.

Πρώτος στο βήμα του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ανέβηκε ο 20χρονος φίλος του Άλκη, ο οποίος ήταν αυτός που κατάφερε να διαφύγει από το σημείο της επίθεσης, δευτερόλεπτα μετά το χτύπημα που δέχθηκε με το δρεπάνι. 

Όπως περιέγραψε στην κατάθεσή του, η παρέα των πέντε παιδιών που κάθονταν στα σκαλιά της οδού Γαζή, είδαν ξαφνικά μπροστά τους περισσότερα από δέκα άτομα να πλησιάζουν προς το μέρος τους οπλισμένοι και έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους, ενώ θυμήθηκε τη στιγμή που άκουγε τον Άλκη να εκλιπαρεί για βοήθεια και να φωνάζει «μη χτυπάτε άλλο». 

Ο 20χρονος αναφέρθηκε και στον τρόπο που έμαθε ότι ο Άλκης Καμπανός είχε καταλήξει, ενώ ο ίδιος ήταν μέσα στο ασθενοφόρο που τον μετέφερε στο νοσοκομείο.

«Είδαμε τα άτομα μπροστά μας αλλά στην αρχή δε καταλάβαμε ακριβώς τι έγινε. Μας ρώτησαν τι ομάδα είμαστε και απαντήσαμε Άρης (..) Δε θυμάμαι ποιος απάντησε πρώτος. Ερχόντουσαν επιθετικά, καταλάβαμε ότι δεν ήρθαν να πουν ένα "γειά", αλλά ότι ήθελαν να κάνουν κακό. Φορούσαν όλοι λαιμουδιέρες, κουκούλες και full face. Για να κρύβουν τα χαρακτηριστικά τους ήθελαν να κάνουν κάτι χωρίς να φαίνονται. Κρατούσαν μαχαίρια, ξύλα, ρόπαλα και δρεπάνι. Οι περισσότεροι κρατούσαν κάτι. Εκεί κατάλαβα ότι η κατάσταση είναι περίεργη. Μετά ακολούθησε η ερώτηση. Απαντήσαμε ότι είμαστε Άρης και είδα αυτόν με το δρεπάνι να έρχεται κατά επάνω μου. Ήμουν ψηλά στα σκαλιά της πολυκατοικίας, μπροστά μου δεν ήταν κανείς, ο Άγγελος και Άλκης κάθονταν πιο πάνω και οι άλλοι απέναντι. Γύρισα, εκείνη τη στιγμή δε κατάλαβα ότι έφαγα δρεπανιά. Γύρισα για να την φάω πίσω, το είδα να έρχεται. Καλύτερα να με χτυπούσαν πίσω, πάρα μπροστά, ήταν πιο τρομακτικό», ανέφερε αρχικά στη κατάθεσή του.

Ο 20χρονος είπε στο δικαστήριο, πως μετά το χτύπημα που δέχθηκε από το δρεπάνι πήδηξε στην δίπλα πολυκατοικία και κατάφερε να διαφύγει, όσο από πίσω του άκουγε φωνές, ενώ κατάφερε να βρει μια παλιά φόρμα πεταμένη σε έναν κάδο απορριμμάτων και τη χρησιμοποίησε για να δέσει το βαθύ τραύμα στον μηρό του, μέχρι να δεχθεί βοήθεια από τους διασώστες του ΕΚΑΒ.

«Άκουγα τον Άλκη που φώναζε "μη με χτυπάτε άλλο, βοήθεια"»

«Ενώ είχα δει το δρεπάνι, όταν δέχθηκα το χτύπημα δε κατάλαβα ότι με είχαν βρει με αυτό, νόμιζα με κάποιο ξύλο. Ήταν μικρός ο πόνος στην αρχή. Μόλις έκανα πέντε βήματα το κατάλαβα, έπιασα πίσω και έβλεπα ότι είχα αίματα. Έκανα πέντε βήματα, πήδηξα τα κάγκελα και βγήκα στην οδό Παπαναστασίου. Δεν είδα τι γινόταν εκεί, έβλεπα απλά το άτομα να είναι πάνω στον Άγγελο και τον Άλκη. Ήταν πάρα πολλά άτομα, δε μπορούσα να διακρίνω ποιος ήταν σε ποιον. Ήταν πολλά άτομα σε αυτούς τους δύο. Άκουγα κραδασμούς, φωνές και τον Άλκη που φώναζε "μη με βαράτε άλλο, βοήθεια". Φώναζαν και αυτοί αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγαν», κατέθεσε ο φίλος του 19χρονου.

«Φοβόμουν τι θα δω αν επέστρεφα στο σημείο»

Ο νεαρός από την παρέα του Άλκη, ανέφερε ότι κατάφερε να βγει στην οδό Πλαστήρα, ωστόσο σκεφτόταν τι γίνεται στο σημείο της επίθεσης. Όταν γύρισε το κεφάλι του είδε δύο από τους κατηγορούμενους να κατευθύνονται στα αυτοκίνητά τους και έψαχνε τρόπο να σταματήσει την αιμορραγία που του προκάλεσε το χτύπημα που δέχθηκε. 

«Ένιωθα πολύ τον πόνο και ότι έπρεπε να κάνω κάτι. Βρήκα μια φόρμα σε έναν κάδο και έδεσα τη πληγή μου. Βρήκα τον Ν. και του είπα να με βοηθήσει. Συνεχίσαμε να περπατάμε και είδαμε το ασθενοφόρο δύο στενά πιο κάτω. Του κάναμε σήμα να σταματήσει, καταλάβαμε ότι ήρθε για αυτό, φαινόταν. Δε σκέφτηκα να επιστρέψω στο σημείο, δε ξέρω αν ήταν από φόβο. Φοβόμουν τι θα δω, άκουσα πολλές φωνές, δεν ήξερα τι κάνουν ο Άγγελος και ο Άλκης», είπε, ενώ στη συνέχεια αναφέρθηκε και στη στιγμή που κατάλαβε ότι ο Άλκης είναι νεκρός.

«Μισή ώρα μετά ήρθε το ασθενοφόρο και μας πήρε. Μέσα εκεί έμαθα ότι ο Άλκης πέθανε. Φωνάζανε, λέγανε "ρ1, ρ1", υπέθεσα ότι είναι κάποια λέξη που λένε οι νοσηλευτές και σημάνει ότι έχει κάποιος πεθάνει», ανέφερε.

Ο νεαρός κατέθεσε στο δικαστήριο πως το βράδυ που κάθονταν στα σκαλιά της πολυκατοικίας επί της οδού Γαζή, δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός και ως εκ τούτου οι χούλιγκανς δε θα μπορούσαν να τους δουν με τη πρώτη ματιά. 

Ο 20χρονος, περιγράφοντας τα όπλα τα οποία χρησιμοποίησαν οι δράστες για να τους επιτεθούν, είπε, μεταξύ άλλων, πως δεν είχε ξανά δει δρεπάνι από κοντά ενώ ένα από τα μαχαίρια «ήταν μεγάλο και έμοιαζε με ψωμιού».

«Τα άτομα γνώριζαν πόσοι είμαστε και που είμαστε. Ο Άγγελος είχε μόνο το κράνος του για τη μηχανή μαζί του, κάνεις μας δεν είχε τίποτα για να αμυνθεί", τόνισε ο μάρτυρας, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι "τον Άλκη τον χτύπησαν παντού, όπου μπορούσαν. Στο κεφάλι και το σώμα. Όλο το επεισόδιο κράτησε ένα λεπτό. Αν δεν προλαβαίναμε να φύγουμε πιθανότατα θα είχαμε την ίδια κατάληξη με τον Άλκη. Ήθελαν να κάνουν πολύ κακό, ήρθαν να σκοτώσουν», σημείωσε.

«Είμαστε φίλαθλοι, βλέπαμε κανένα ματς αλλά μέχρι εκεί. Δεν είμαστε οργανωμένοι οπαδοί, κανένας από εμάς. Με διαφορά ο Άλκης είχε την ελάχιστη επαφή με την ομάδα. Ποτέ δεν είχαμε εμπλακεί σε κάποιο επεισόδιο», ανέφερε ο 20χρονος.

Αυτήν την ώρα ο μάρτυρας εξετάζεται από τους συνηγόρους υπεράσπισης.