Σε θρίλερ για γερά νεύρα εξελίσσεται η δολοφονία του 43χρονου Έλληνα ισοβίτη μέσα στις φυλακές Δομοκού, με τις αρχές να προκρίνουν πλέον το σενάριο ενός προσχεδιασμένου «συμβολαίου θανάτου».

Δύο ημέρες μετά το αιματηρό περιστατικό, οι ισχυρισμοί του αρχιφύλακα και του Βούλγαρου δράστη περί «άμυνας» καταρρέουν, καθώς τα στοιχεία δείχνουν μια καλά οργανωμένη εκτέλεση που εκθέτει ανεπανόρθωτα το σωφρονιστικό σύστημα.

Όπως έγινε γνωστό από αστυνομικές πηγές, ο Βούλγαρος εκτελεστής πυροβόλησε συνολικά τρεις φορές τον Παπαδάτο. Οι δύο σφαίρες τον βρήκαν στο κεφάλι και μία δεν τον πέτυχε.

Όλοι οι παρόντες στο έγκλημα επιμένουν στον ισχυρισμό τους ότι ο Παπαδάτος φιλονίκησε με τον αρχιφύλακα, επειδή του είχε βγάλει μεταγωγή και επιχείρησε να τραβήξει πιστόλι, αλλά τον πρόλαβε ο Βούλγαρος, του το άρπαξε και τον πυροβόλησε.

Οι αστυνομικοί πάντως εξετάζουν προσεκτικά αυτό τον ισχυρισμό και ερευνούν αν τα γεγονότα έγιναν έτσι ακριβώς, ή κρύβεται κάτι άλλο από πίσω, καθώς ο Βούλγαρος, ο οποίος έχει καταδικαστεί σε ισόβια για την δολοφονία του επιχειρηματία Τζον (Γιάννη) Μακρή το 2018 στη Βούλα, είναι γνωστός στο χώρο του υποκόσμου ως εκτελεστής συμβολαίων θανάτου, τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τι εξετάζεται από τις Αρχές

  • Πώς μπήκε το πιστόλι στις φυλακές;
  • Πώς βρέθηκαν οι τρεις κρατούμενοι στο συγκεκριμένο χώρο, καθώς την ώρα εκείνη έπρεπε να ήταν στα κελιά τους;
  • Πως έφτασε στον ίδιο χώρο ο Παπαδάτος και μάλιστα οπλισμένος, όταν υποτίθεται ότι το γραφείο είναι ξεχωριστός χώρος και ασφαλισμένος;
  • Είναι τυχαίο ότι συγκεκριμένος χώρος δεν έχει κάμερες

Οι έρευνες ωστόσο συνεχίζονται από την ΕΛ.ΑΣ. για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Τα κενά στο αφήγημα της «διάσωσης»

​Από την πρώτη στιγμή, το σενάριο που υποστήριξαν ο αρχιφύλακας των φυλακών Δομοκού και ο Βούλγαρος βαρυποινίτης (δράστης του «συμβολαίου θανάτου» σε βάρος του Ελληνοαυστραλού επιχειρηματία Γιάννη Μακρή, που εκτελέστηκε έξω από το σπίτι του στη Βούλα τον Οκτώβριο του 2018), ότι ο 43χρονος Έλληνας κρατούμενος προσπάθησε να πυροβολήσει τον σωφρονιστικό, είχε τεράστια κενά. Οι αξιωματικοί που χειρίζονται την υπόθεση θέτουν μια σειρά ερωτημάτων που, επί της ουσίας, καταρρίπτουν αυτό το αφήγημα.

Αρχικά, από την ανάλυση του βίντεο που υπάρχει μέσα από τις φυλακές (όχι στο σημείο της δολοφονίας) και συγκεκριμένα από τους διαδρόμους, φαίνεται ο 43χρονος Έλληνας να βγαίνει από το κελί του, όταν νωρίτερα τον έχουν ενημερώσει ότι τον αναζητούσε ο αρχιφύλακας.

Από το κελί βγαίνει φορώντας σορτσάκι και μια μπλούζα, και από τις κινήσεις του δεν φαίνεται να έχει στην κατοχή του όπλο, όπως ισχυρίστηκαν ο αρχιφύλακας και ο Βούλγαρος ποινικός.

Όταν έφτασαν στο σημείο (το οποίο όλως τυχαίως είναι «τυφλό» από κάμερες ασφαλείας, άρα ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ό,τι θέλει), σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν ο σωφρονιστικός και ο Βούλγαρος, ο 43χρονος επιτέθηκε στον πρώτο με σκοπό να τον πυροβολήσει.

Τότε ο Βούλγαρος τον αφόπλισε, όμως αντί να τον ακινητοποιήσει (όντας άοπλος και ενώ ήταν μαζί του ακόμη ένα άτομο – ο αρχιφύλακας), αποφάσισε να τον πυροβολήσει.

Μάλιστα, δεν τον πυροβολεί μία φορά και αυτή κάπου στο σώμα, αλλά τρεις, με δύο σφαίρες να πετυχαίνουν στο κεφάλι τον 43χρονο Έλληνα ισοβίτη. «Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι το σενάριο αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», τονίζουν με νόημα ανώτατοι αξιωματικοί. 

Πώς πέρασε το όπλο μέσα στις φυλακές;

Το πιστόλι, σύμφωνα με τον αρχιφύλακα και τον Βούλγαρο δράστη, το είχε στην κατοχή του το θύμα. Εάν κάποιος δεχτεί ως πιθανό αυτό το σενάριο, σημαίνει πως ο 43χρονος Έλληνας είχε καταφέρει να προμηθευτεί το όπλο και να το περάσει από τα συστήματα ασφαλείας -σίγουρα με το αζημίωτο- καθώς θεωρείται δεδομένο πως θα χρειαζόταν εσωτερική βοήθεια.

Εάν όμως ο 43χρονος δεν οπλοφορούσε, αλλά τον οδήγησαν εκεί ώστε να τον σκοτώσουν; Τότε αυτό σημαίνει πως άτομο το οποίο μπαινοβγαίνει στις φυλακές έφερε το όπλο μέσα στο σωφρονιστικό κατάστημα, ώστε να εκτελεστεί στη συνέχεια το συμβόλαιο θανάτου.

Οι «αμαρτωλοί» συγγενείς του αρχιφύλακα

​Ο αρχιφύλακας, όπως έγινε γνωστό χθες, είναι μπατζανάκης με Αλβανό βαρυποινίτη, δραπέτη των φυλακών Δομοκού. Ωστόσο, από την περαιτέρω έρευνα διαπιστώνεται ότι άλλος στενός συγγενής του, τη δεκαετία του 2000, είχε συλληφθεί στη μεγάλη επιχείρηση της Ασφάλειας για το λεγόμενο «Συνδικάτο του Εγκλήματος», καθώς ήταν το «βαθύ λαρύγγι» της Greek Mafia.

Αστυνομικοί που είχαν χειριστεί τότε την υπόθεση αναφέρουν πως έδινε πληροφορίες σε άτομο το οποίο δολοφονήθηκε στο Χαϊδάρι, με πολλούς να θεωρούν πως από τότε ξεκίνησε ο κύκλος του αίματος που μέχρι σήμερα δεν έχει κλείσει.