Νέα ώθηση στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου δίνει η είσοδος του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam στη Great Sea Interconnector (GSI), εξέλιξη που η κυβέρνηση χαρακτηρίζει κομβική για την επανεκκίνηση ενός έργου στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική θέση της χώρας.

Η συμφωνία προβλέπει την είσοδο της Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στη GSI, την εταιρεία που υλοποιεί το έργο, ενώ παράλληλα ο ΑΔΜΗΕ, η GSI και η γαλλική Nexans συμφώνησαν να επιταχύνουν τις διαδικασίες, δίνοντας προτεραιότητα στην ολοκλήρωση των θαλάσσιων ερευνών βυθού. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επανέναρξη των εργασιών.

Ενισχύεται η χρηματοδότηση του έργου

Σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, η συμμετοχή της Meridiam ενισχύει την κεφαλαιακή βάση του έργου, μειώνει τον επενδυτικό κίνδυνο και αυξάνει την αξιοπιστία του σχεδίου απέναντι στις διεθνείς αγορές και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

Ο ΑΔΜΗΕ παραμένει στρατηγικός εταίρος και διατηρεί την τεχνική ευθύνη του έργου, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη και η διαδικασία χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Το αγκάθι παραμένει το χρονοδιάγραμμα

Παρά τις θετικές εξελίξεις, η απουσία συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για την επιστροφή των ερευνητικών και ποντιστικών εργασιών στη θάλασσα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο κριτικής από την αντιπολίτευση.

ΠΑΣΟΚ και άλλες πολιτικές δυνάμεις ζητούν από την κυβέρνηση σαφές σχέδιο υλοποίησης, υποστηρίζοντας ότι, παρά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και τη γαλλική συμμετοχή, εξακολουθεί να μην είναι γνωστό πότε θα ολοκληρωθεί το έργο.

Η γεωπολιτική διάσταση

Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου αποτελεί μέρος του ευρύτερου σχεδιασμού για τη σύνδεση των ηλεκτρικών συστημάτων Ελλάδας, Κύπρου και, σε δεύτερη φάση, του Ισραήλ με την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Το έργο έχει αποκτήσει έντονη γεωπολιτική σημασία, ιδιαίτερα μετά τις αντιδράσεις της Τουρκίας στις προηγούμενες έρευνες στην περιοχή της Κάσου. Η συμμετοχή ενός ισχυρού γαλλικού επενδυτικού ομίλου θεωρείται ότι ενισχύει το ευρωπαϊκό και διεθνές αποτύπωμα της διασύνδεσης, χωρίς όμως να αίρει τις προκλήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν για την υλοποίησή της.