Η εποχή των social media έχει επαναπροσδιορίσει τα όρια της δημόσιας έκφρασης, συχνά όμως με τρόπο επικίνδυνα πρόχειρο και ηθικά αμφισβητήσιμο. Μία τέτοια περίπτωση είναι η διαφήμιση καφετέριας που χρησιμοποίησε την εικόνα του Γιώργου Παπαδάκη, μόλις λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και εύλογο προβληματισμό.

Ο δημοσιογράφος και παρουσιαστής, ο οποίος άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην ελληνική τηλεόραση, εμφανίζεται σε ψηφιακή μακέτα να κρατά καφέ “από τον παράδεισο”, σε μία προσπάθεια –όπως υποστήριξε ο δημιουργός– να αποδοθεί φόρος τιμής με χιουμοριστικό τρόπο. Ωστόσο, για πολλούς, η συγκεκριμένη ενέργεια ξεπέρασε κάθε όριο καλαισθησίας και σεβασμού.

Το βασικό ζήτημα που εγείρεται δεν είναι απλώς αισθητικό. Είναι βαθιά ηθικό και νομικό. Η χρήση της εικόνας ενός ανθρώπου μετά τον θάνατό του, χωρίς τη συναίνεση της οικογένειας, για καθαρά εμπορικούς λόγους, αγγίζει επικίνδυνα τα όρια της εκμετάλλευσης.

Η υπόθεση πήρε γρήγορα διαστάσεις, με δημόσια πρόσωπα να τοποθετούνται ανοιχτά. Ο Γιώργος Λιάγκας μίλησε για «ανήθικη και διαστροφική» πρακτική, τονίζοντας πως το χιούμορ δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την προσβολή της μνήμης ενός νεκρού.

Από την άλλη πλευρά, ο ιδιοκτήτης της καφετέριας υποστήριξε ότι δεν υπήρχε κακή πρόθεση, κάνοντας λόγο για συναισθηματικό δέσιμο με τον Παπαδάκη, τον οποίο χαρακτήρισε «τηλεοπτικό πατέρα» της γενιάς του. Όμως η κοινωνική αντίδραση δείχνει ξεκάθαρα ότι η πρόθεση δεν αρκεί για να δικαιολογήσει το αποτέλεσμα.

Σε μια κοινωνία όπου το «viral» συχνά υπερισχύει του ανθρώπινου μέτρου, τέτοιες κινήσεις αναδεικνύουν ένα βαθύτερο πρόβλημα: την κανονικοποίηση της εμπορευματοποίησης ακόμα και του θανάτου.

Το χαμένο μέτρο στην εποχή των social media

Η υπόθεση Παπαδάκη δεν αφορά μόνο μία καφετέρια. Αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δημόσια εικόνα, τη μνήμη και τον σεβασμό. Όταν όλα μετατρέπονται σε περιεχόμενο και clicks, το όριο ανάμεσα στο χιούμορ και την προσβολή γίνεται επικίνδυνα θολό.

Το ερώτημα παραμένει:


👉 Μπορεί η κοινωνία να επαναφέρει το μέτρο ή θα συνεχίσει να χειροκροτεί τον κυνισμό;

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μία διαφήμιση, αλλά στον συλλογικό τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να αντιδρούμε.